Μέχρι να έρθει η άνοιξη...

Μέχρι να έρθει η άνοιξη...

Το ελληνικό τραύμα του Αντώνη Ανδρουλιδάκη είναι ένα από τα πιο δυνατά βιβλία που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Ο επεξηγηματικός τίτλος είναι «κοινωνιο-ψυχολογικές όψεις της ελληνικής κρίσης». Για μένα είναι μια ιστορία έρωτα ανάμεσα σε εμάς και τον τόπο μας. Ενός έρωτα που μπήκε στον πάγο για πολλές-πολλές δεκαετίες και τώρα πρέπει να ξαναζωντανέψει, γιατί μόνον αυτός μπορεί να μας βοηθήσει να βγούμε από την κρίση. Και για να γίνει αυτό πρέπει πρώτα-πρώτα να αποδεχτούμε ότι από την αρχή της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, ο τόπος δεν δημιουργεί, δεν αφήνεται να δημιουργήσει. Είναι κράτος-αποικία και ως τέτοιο ζει σχεδόν αποκλειστικά με δάνεια. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, «η παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας στήριξε την ξέφρενη ανάπτυξη του δανεισμού και αντίστροφα, σ' ένα καθοδικό σπιράλ που διασφάλιζε πάντα την ξένη εξάρτηση και τους εγχώριους διεκπεραιωτές της. Και ο λαός, σαν αγωγιάτης χωρίς αγώι για να τον αφυπνίσει, βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στην αντιδημιουργική νάρκη της κατανάλωσης, ζητώντας -στην καλύτερη περίπτωση- μια πιο “δίκαιη μοιρασιά της υλικής χυδαιότητας”. Κοντολογίς, ο δανεισμός όχι μόνον υπονόμευσε βαρύτατα την εθνική ανεξαρτησία αλλά και “γκρέμισε” τη δημιουργική αυτοπεποίθηση του τόπου, αλλοιώνοντας τα κρίσιμα χαρακτηριστικά του ελληνικού υποδείγματος, οδηγώντας έτσι σε περαιτέρω συρρίκνωση της ανεξαρτησίας και στην ανάγκη για όλο και μεγαλύτερο δανεισμό.

Και, όπως ακριβώς συνέβη στο πρώτο δάνειο του 1824, όπου ως εγγύηση αποπληρωμής τέθηκαν τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα, έτσι και τώρα οι εγγυήσεις -όσες δεν έχουν δοθεί- και θα δοθούν και θα καταπέσουν. Απλώς τώρα οι εγγυήσεις ονομάζονται ΤΑΙΠΕΔ.
Στο μικρό παράθυρο ευκαιρίας, αν βρίσκεται κάτι τέτοιο ακόμη μπροστά μας, εκείνο που πραγματικά διακυβεύεται είναι το ανολοκλήρωτο οριστικό κλείσιμο του κύκλου που άνοιξε η Επανάσταση του 1821 και που προσπάθησαν -ανεπιτυχώς- να ολοκληρώσουν οι γενιές των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασίας, καθώς επίσης και του αγώνα ενάντια στον φασισμό και της Εθνικής Αντίστασης. Θα τολμούσε να συμπεριλάβει κανείς και τη γενιά του Πολυτεχνείου, αν δεν ήταν εκείνη που με τον αβάσταχτο ουτιδανισμό της προσέφερε το πιο βαρύ ναρκωτικό στη συνείδηση του λαού και του τόπου (...) Μπροστά στο διακύβευμα της ταφόπλακας του 1821 δεν χωράει άλλη προσταγή παρά η πάση θυσία εθνική ανεξαρτησία, αλλά ταυτόχρονα και η δημιουργική ανασυγκρότηση με τρόπο που τη διασφαλίζει», λέει ο συγγραφέας.

Για να κλείσει ο φαύλος κύκλος του δανεισμού και της πτώχευσης, πρέπει να ωριμάσουμε, να μετρήσουμε τις δικές μας δυνάμεις και να σταθούμε στα πόδια μας. Αυτό προϋποθέτει, όπως τονίζει ο κ. Ανδρουλιδάκης, αυτογνωσία, το προαπαιτούμενο κάθε αλλαγής. Ήρθε η ώρα να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν διαθέταμε ποτέ κάτι άλλο εκτός από παρασιτική οικονομία. «Σ' αυτό το πλαίσιο παρασιτικής “ανάπτυξης”, όπως διαμορφώθηκε στα μεταπολιτευτικά χρόνια, η βιομηχανική παραγωγή αποδιαρθρώθηκε, η αγροτική παραγωγή δεν απέφυγε τη “λούμπα” της μονοκαλλιέργειας, η κτηνοτροφία διαλύθηκε από τα καρτέλ, η τουριστική “ανάπτυξη” πήρε τα χαρακτηριστικά της μεγάλης απρόσωπης κλίμακας και μάλιστα με χαμηλό επίπεδο υπηρεσιών -συχνά όμηρος των εκάστοτε “ταξιδιωτικών οδηγιών”-, το τραπεζικό σύστημα “φιλοδώρησε” στο υποζύγιο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των καταναλωτών δυσβάστακτα επιτόκια που καθιστούσαν το κόστος χρήματος ανασταλτικό παράγοντα στο κυνήγι της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, τα τραίνα των νέων τεχνολογιών και της καινοτομίας “περνούσαν” ξανά και ξανά, και οι μοναδικοί επιβάτες ήταν οι ίδιοι και ίδιοι “λαδωμένοι ποντικοί”. (...) Το κοινωνικό, το συνδικαλιστικό, το οικολογικό, το συνεταιριστικό, το φοιτητικό πεδίο αλλά και το γυναικείο κίνημα, όπως και κάθε μορφή κινήματος, ακολούθησαν την ανάλογη παρασιτική διαδρομή. Ακόμη και η τοπική αυτοδιοίκηση, πρωταρχικός πυρήνας τοπικής ανάπτυξης, εγκλωβίστηκε σε παρασιτικές ατραπούς και αυτοαναιρέθηκε ακόμη και στη συνείδηση των πολιτών».

Η αποδόμηση του έθνους συνοδεύτηκε από έναν πρωτοφανή υπαρξιακό και αξιακό μηδενισμό. Τα ΜΜΕ κυριάρχησαν στο να απαξιωθεί κάθε νόημα εθνικής ταυτότητας, κάθε νόημα ελληνικής συλλογικής συνύπαρξης. Καθετί εθνικό θεωρήθηκε εθνικιστικό και πετάχτηκε στα άχρηστα. Κάπως έτσι σιγά-σιγά εισήλθαμε, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, «σε βαθιά και πολυεπίπεδη κρίση. Κρίση που αγγίζει τα όρια της υπαρξιακής παραίτησης. Ενός εσωτερικού υπαρξιακού μηδενισμού που διαλύει τον Έλληνα ως άνθρωπο και τον οδηγεί στα ψυχοφάρμακα, στις ψυχοτρόπες ουσίες, στο αλκοόλ, στον τζόγο ή στις διατροφικές διαταραχές, στην αποβλάκωση της τηλεόρασης ή στην εργασιοθεραπεία και στον ηδονιστικό σεξισμό, στην τυφλή αντικοινωνικότητα, στην κυνική αδιαφορία ή στη φεϊσμπουκική κριτική και “επαναστατικότητα”, καταλήγοντας στην ολοκληρωτική ψυχική αποστασιοποίηση απ' ό,τι συμβαίνει γύρω του και στην ολόπλευρη αλλοτρίωση». Ήμασταν, λοιπόν, ήδη το 2009 "εκτός εαυτού". Και κάπου εκεί άρχισαν να υποχωρούν τα φτιασίδια και να φαίνεται η αλήθεια. «Ως λαός είχαμε βουλιάξει στο επίπεδο μιας ανώνυμης μάζας, για την οποία η συνείδηση, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το νόημα της αλήθειας και της δικαιοσύνης, της πολιτισμένης συμπεριφοράς και του θάρρους αποτελούσε και αποτελεί άχρηστο βάρος». Επείγει λοιπόν «να ξαναγίνουμε λαός! Να αναγνωρίσουμε, ασφαλώς, πως στην παρούσα συγκυρία μοιάζει η απλή επιβίωση να αποτελεί το παν, και πως είμαστε ένας λαός που πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στην εκμηδένισή του. Αλλά ένας λαός αποτελεί Λαό (με Λ κεφαλαίο) τότε και μόνο τότε, όταν βάζει κατά νου κάτι παραπάνω από την απλή επιβίωσή του. Προφανώς όχι μια νέα Μεγάλη Ιδέα, αλλά την κατάστρωση ενός προγράμματος που θα καθορίζει, και θα καθορίζεται από, ένα νέο νόημα ύπαρξης για τον τόπο». Χρειάζεται να ερωτευθούμε τον τόπο μας. Να ζητήσουμε πίσω το χώμα μας γιατί «πώς αλλιώς, με ποια άλλη αλληγορία να μιλήσει κανείς για την απώλεια του τόπου; Ποιος άλλος έρωτας παρά ο έρωτας για το χώμα που πατάμε μπορεί να συμβολίσει το χάσιμο του τόπου;».

Στο τέλος, σε ένα κεφάλαιο που σε κάνει να κλαις μέσα στο μετρό, όπως θα έκλαιγες διαβάζοντας μια μοναδική ιστορία αγάπης, απ΄ αυτές που παρακαλάς να έχουν αίσιο τέλος, γιατί έτσι πρέπει, γιατί αυτό είναι το δίκαιο, γράφει ο κ. Ανδρουλιδάκης: «Οι σχέσεις, όπως και οι παρέες, οι ομάδες, οι κοινωνίες ή τα έθνη, ξεχαρβαλώνονται, όταν παύει πια να είναι σημαντικός ο ένας για τον άλλο. Ο κόσμος τους αποσυντίθεται, όταν δεν σημαίνει τίποτα πια ο ένας για τον άλλο. Το ίδιο και οι Χώρες. Είναι εκεί ακριβώς που βρίσκουν λόγο ύπαρξης οι μπάτσοι, οι δικαστές, η γραφειοκρατία, οι δημοσιογράφοι και κυρίως η τηλεόραση. Όταν δυο άνθρωποι δεν αγγίζονται, καθηλώνουν ολόκληρο τον κόσμο στο Χειμώνα. Το ίδιο και οι Χώρες, καθηλώνονται στο Χειμώνα, όταν οι κάτοικοί τους δεν αγγίζονται και δεν σημαίνουν τίποτα πια ο ένας για τον άλλο. Για ν' απαλλαγούμε απ' αυτήν τη χειμερινή μας καθήλωση, ίσως είναι αναγκαίο να επανεφεύρουμε τη Σχέση ως μια Λογική που αρχίζει με τον Έρωτα».

Όντως, όπου κι αν κοιτάξεις γύρω σου βλέπεις έναν ατελείωτο χειμώνα. Σύμφωνα με έρευνα του Εθνικού Ινστιτούτου για τη Δημόσια Υγεία που έγινε πρόσφατα στην Ελλάδα σε δείγμα 2005 ατόμων, το 50% έπασχε από στρες και κατάθλιψη λόγω των συνεπειών της οικονομικής κρίσης. Είμαστε όλοι σαν χαμένοι. Για να αντιμετωπίσουμε αυτήν τη μαυρίλα, την παραίτηση, σύμφωνα με τον κ. Ανδρουλιδάκη, πρέπει να επανανοηματοδοτήσουμε λέξεις, έννοιες, συναισθήματα που κάπου στο κυνήγι της ψεύτικης ανάπτυξης χάσαμε. Να εστιάσουμε, όπως εξηγεί, σε όσα η Ευρώπη λεηλάτησε και για τον άνθρωπο σημαίνουν κάτι: στο νοιάξιμο για τον διπλανό, «στην οικειότητα της γειτονιάς, στη μικρή κλίμακα του χωριού, στην αγαπησιάρικη γκρίνια της συγγένειας, στην αφοσίωση σε πέτρες, σε τόπους, σε ανθρώπους, σε εποχές, σε τρόπους να κάνεις κάτι, να δημιουργείς και κυρίως να μιλάς γι' αυτά, και αυτά να υπάρχουν. Και όλα αυτά υπάρχουν εδώ, αν και κέρματα λεηλατημένα. Αρκεί ίσως, λοιπόν, να βρούμε μονάχα την καινούρια γλώσσα, αυτήν που ψιθυρίζεται ήδη από τους πιο πολλούς κάπως στα μουλωχτά, για να μιλήσουμε για όλα αυτά άφοβα, δηλαδή ερωτικά». Ερωτικά να σταθούμε στα ωραία που υπάρχουν ακόμα γύρω μας και σε όλα αυτά που θα διασώσουμε ή θα γεννήσουμε και θα χτίσουμε ξανά. Από τα μικρά πιάνεται ο έρωτας, άλλωστε, για να αλλάξει ριζικά τη ζωή ενός ανθρώπου. Από τα μικρά θα ξεκινήσουμε κι εμείς για να αναστήσουμε με έρωτα αυτή τη χώρα. Μέχρι να έρθει η άνοιξη...

...Και για να έρθει η άνοιξη, ο συγγραφέας θεωρεί πως είναι επιτακτική ανάγκη η συγκρότηση ενός πολιτικού φορέα, ο οποίος θα προχωρήσει στην «από "τα κάτω" εκπόνηση και άμεση υλοποίηση ενός δημιουργικού-παραγωγικού οδικού χάρτη, που θα επιβάλει την ανατοποθέτηση της χώρας στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας. (...) Χρειαζόμαστε έναν πολιτικό οργανισμό που θα οργανώσει σε κάθε χωριό και κάθε γειτονιά τη συμμετοχή του λαού, όχι γενικώς και αορίστως ως άλλοθι της ανάθεσης, αλλά στο σχεδιασμό και στην υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου αυτόκεντρης παραγωγικής και δημιουργικής ανασυγκρότησης. (...) Γιατί μονάχα σε τοπικό επίπεδο, στη μικρή κλίμακα, οι άνθρωποι γνωρίζουν, τι, πώς, πού και πότε μπορεί να παραχθεί κάτι. Με μοναδική προϋπόθεση τον εξωστρεφή (tradeable) προσανατολισμό της παραγωγικής δραστηριότητας, τόσο στον πρωτογενή όσο και στο δευτερογενή τομέα, αλλά και στις νέες τεχνολογίες, στην έρευνα, στη γνώση και στην πληροφορία. (...) Χρειαζόμαστε έναν πολιτικό οργανισμό που θα οργανώσει στη μικρή κλίμακα μια πολιτιστική επανάσταση των ψυχών. Μια επανάσταση που θα καταργεί στην πράξη τις σχέσεις εξάρτησης και χρήσης των ανθρώπων και της φύσης, αποκαθιστώντας υπαρξιακά τον άνθρωπο. Χρειαζόμαστε ένα κοινωνικό κράτος αλληλεγγύης και όχι ένα κράτος εξουσιαστικής μασκαρεμένης φιλανθρωπίας που παριστάνει την ανθρωπιά. (...) Αν όλα αυτά μας φαίνονται σχεδόν αδύνατα, δεν έχουμε παρά να περιμένουμε να μας συμβούν τα αδιανόητα. Και ο "μεγαλειώδης πανωλεθρίαμβος" του Σύριζα, με τον εγκλωβισμό της ριζοσπαστικότητας και τη δικαίωση και νεκρανάσταση του πιο χυδαίου συντηρητισμού, ανοίγει διάπλατα πλέον το δρόμο γι' αυτά».

Φλώρα Τζημάκα
ftzimaka@pegasus.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

facebook twitter