Menu

Η περίφημη Βαλκανική Τριλογία έρχεται από τις εκδόσεις Μεταίχμιο: Διαβάστε πρώτοι ένα απόσπασμα

Η «Βαλκανική Τριλογία» της Olivia Manning είναι ένα σαρωτικό έργο που σφύζει από ζωή, με φόντο την Ευρώπη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Πρόκειται για την ιστορία ενός γάμου κι ενός πολέμου, με θαυμάσιες περιγραφές, ζωηρή ανάπλαση της εποχής, γλαφυρή αποτύπωση του πολεμικού κλίματος και της κουλτούρας των χωρών απ’ όπου περνούν οι ήρωες. Πάρτε μια γεύση μέχρι την επίσημη κυκλοφορία στις 5 Μαρτίου.

Η Olivia Manning δεν εστιάζει στο πεδίο της μάχης, αλλά στην καφετέρια και την κουζίνα, την κρεβατοκάμαρα και τον δρόμο, το οικοδόμημα του καθημερινού κόσμου που είναι αμετάκλητα αλλαγμένος από τον πόλεμο. Η περίφημη Βαλκανική Τριλογία (The Balkan Trilogy – μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ) της Ολίβια Μάνινγκ (Olivia Manning, 1908-1980) είναι το σημαντικότερο λογοτεχνικό έργο της μεταπολεμικής βρετανικής σκηνής. Η ιστορία ενός γάμου κι ενός πολέμου· ένα τεράστιο και σύνθετο αριστούργημα που σφύζει από ζωντάνια, στο οποίο η Βρετανίδα συγγραφέας αναπλάθει με μοναδικό τρόπο την αβεβαιότητα και την περιπέτεια της ζωής υπό πολιτική και στρατιωτική πολιορκία. Αποτελείται από τα βιβλία Η μεγάλη τύχη (The Great Fortune), Η κατεστραμμένη πόλη (The Spoilt City) και Φίλοι και ήρωες (Friends and Heroes). Στην καρδιά της τριλογίας βρίσκονται ο Γκάι και η Χάριετ Πρινγκλ, νιόπαντρο ζευγάρι Άγγλων που φτάνουν στο Βουκουρέστι –το αποκαλούμενο Παρίσι της Ανατολής– το φθινόπωρο του 1939, λίγες εβδομάδες μετά τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία. Όσο ασυγκράτητα κοινωνικός είναι ο Γκάι, τόσο εσωστρεφής είναι η Χάριετ, που ανακαλύπτει, προς έκπληξή της, ότι πρέπει να μοιραστεί τον λατρεμένο της σύζυγο με έναν ευρύ κύκλο φίλων και γνωστών. Ακολουθούν κι άλλες εκπλήξεις: η Ρουμανία εντάσσεται στον Άξονα, και σύντομα η πρωτεύουσα κατακλύζεται από Γερμανούς στρατιώτες. Οι Πρινγκλ καταφεύγουν στην Ελλάδα, με μια ομάδα προσφύγων που αποτελείται από Ρώσους «λευκούς εμιγκρέδες», δημοσιογράφους, απατεώνες και αξιωματούχους. Στην Αθήνα, ωστόσο, το ζευγάρι θα βρεθεί μπροστά σε μια νέα πρόκληση – με τον τρόπο της, εξίσου σπουδαία με το θέατρο του πολέμου που ακόμη διευρύνεται.

Η Βαλκανική τριλογία είναι η ιστορία ενός γάμου και ενός πολέμου, ένα πολυσύνθετο αριστούργημα στο οποίο η Olivia Manning ζωντανεύει την αβεβαιότητα που επικρατεί στις ζωές των πολιτών όταν βρίσκονται υπό στρατιωτική πολιορκία. Κέντρο του ενδιαφέροντος της Manning δεν είναι το πεδίο της μάχης αλλά η καφετέρια και η κουζίνα, η κρεβατοκάμαρα και ο δρόμος, η καθημερινότητα των απλών πολιτών που έχει διαταραχτεί από τον πόλεμο και όμως παραμένει απαράλλαχτη.

Διαβάστε ένα απόσπασμα. Η Βαλκανική Τριλογία κυκλοφορεί στις 5 Μαρτίου.

Το ξενοδοχείο όπου έμεναν οι Πρινγκλ το είχαν συστήσει στη Χάριετ ως το πιο κεντρικό από τα φτηνά ξενοδοχεία. Ήταν καταθλιπτικό και άβολο, ωστόσο οι Άγγλοι το προτιμούσαν λόγω της θέσης του και της εξαιρετικής του υπόληψης. Η Αθήνα υποδεχόταν πρόσφυγες από το 1939 και, ακόμα και προτού φτάσουν οι Πολωνοί, υπήρχαν πολλοί Έλληνες από τη Σμύρνη και Λευκορώσοι που αναζητούσαν κάποιον τόπο μόνιμης εγκατάστασης. Τα ελεύθερα δωμάτια στα ξενοδοχεία ήταν ελάχιστα, τα διαμερίσματα και τα σπίτια ακόμα λιγότερα.

Ο θυρωρός είχε υποσχεθεί στους Πρινγκλ, που ήταν στριμωγμένοι σε ένα μονόκλινο δωμάτιο, ότι θα μεταφέρονταν σε μεγαλύτερο δωμάτιο αμέσως μόλις άδειαζε κάποιο. Όταν η Χάριετ του θύμισε την υπόσχεση αυτή, της είπε πως ποτέ δεν άδειαζαν δωμάτια. Οι πελάτες έμεναν μήνες ολόκληρους στο ξενοδοχείο. Μερικοί, μάλιστα, το είχαν κάνει σπίτι τους. Η κυρία Μπρετ, για παράδειγμα, έμενε εκεί πάνω από έναν χρόνο.

Η Χάριετ γνώριζε την κυρία Μπρετ, μια Αγγλίδα με λιπόσαρκο πρόσωπο που την κοιτούσε επιτιμητικά όποτε διασταυρώνονταν στη σκάλα. Ένα πρωί μία βδομάδα μετά την άφιξη του Γκάι η κυρία Μπρετ τη σταμάτησε και είπε:

«Ώστε ο σύζυγός σας έφτασε τελικά». Η Χάριετ έκανε να την προσπεράσει, όμως εκείνη δεν κουνήθηκε και συνέχισε: «Ίσως δεν με θυμάστε».

Τη θυμόταν μια χαρά. Όταν ήταν μόνη της στην Αθήνα, ταραγμένη από τις ειδήσεις για τη Ρουμανία, η Χάριετ είχε πλησιάσει τη συμπατριώτισσά της και της είχε εξομολογηθεί πως είχε αφήσει τον άντρα της στο Βουκουρέστι. Η κυρία Μπρετ είχε αποκριθεί: «Θα τον κλείσουν σε στρατόπεδο αιχμαλώτων. Θα επιστρέψει μετά τον πόλεμο. Ο δικός μου σύζυγος είναι νεκρός».

Ίσως το είχε πει για να την καθησυχάσει, αλλά η Χάριετ δεν ένιωσε καθόλου καθησυχασμένη, και τώρα το μόνο που ήθελε ήταν να την αποφύγει.

«Θα ήθελα να γνωρίσω τον σύζυγό σας» δήλωσε η κυρία Μπρετ. «Φέρτε τον για τσάι το Σάββατο. Μένω εδώ στο ξενοδοχείο: δωμάτιο 3, πρώτος όροφος. Ελάτε στις τέσσερις». Και, χωρίς να περιμένει να δει αν η πρόσκλησή της είχε γίνει δεκτή ή όχι, απομακρύνθηκε.

Η Χάριετ έτρεξε και είπε στον Γκάι:

«Εκείνη η απαίσια γυναίκα μάς κάλεσε για τσάι».

«Τι ευγενικό εκ μέρους της!» παρατήρησε ο Γκάι, για τον οποίο οποιαδήποτε κοινωνική επαφή ήταν πολύ καλύτερη από την ανυπαρξία επαφής.

«Μα είναι η γυναίκα που είπε ότι θα σ’ έκλειναν σε στρατόπεδο αιχμαλώτων».

«Είμαι βέβαιος ότι δεν το είπε κακοπροαίρετα» αποκρίθηκε με σιγουριά ο Γκάι.

Οι Πρινγκλ έμεναν στον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου, σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο που έβλεπε σε ένα άσπρο πλινθόκτιστο πηγάδι και είχε μέσα δύο μονά κρεβάτια στη σειρά, μια ντουλάπα και μια τουαλέτα με καθρέφτη. Το δωμάτιο της κυρίας Μπρετ βρισκόταν στο μπροστινό μέρος και ήταν σαν γκαρσονιέρα, αφού, εκτός από το μεγάλο κρεβάτι, διέθετε επίσης μια πολυθρόνα και ένα τραπέζι. Είχε κρεμάσει στους τοίχους δύο πίνακες, έναν με ανεμώνες και έναν με κρινάκια του αγρού, και είχε τοποθετήσει το πορσελάνινο σερβίτσιο

της στο τραπέζι, δίπλα σε ένα μεγάλο κέικ σοκολάτας.

Ο Γκάι, πανευτυχής που κάποιος τους είχε κάνει μια κίνηση φιλίας, χαιρέτησε την κυρία Μπρετ με τέτοιον εγκάρδιο ενθουσιασμό, ώστε εκείνη άρχισε αμέσως να στριφογυρίζει συνεπαρμένη ανάμεσά τους φωνάζοντας: «Καθίστε, καθίστε». Στο δωμάτιο βρισκόταν άλλος ένας επισκέπτης, ένας γεροδεμένος μεσήλικας που είχε αρχίσει να βαραίνει από τα χρόνια.

«Τι μεγαλόσωμοι που είστε κι οι δύο! Τι θα κάνω μ’ εσάς;» παραπονέθηκε η κυρία Μπρετ και στράφηκε κεφάτα προς τον μεσήλικα λέγοντας με προσποιητή φρίκη: «Είπε και η Άλισον Τζέι πως θα περάσει».

«Χριστέ μου!» μουρμούρισε εκείνος.

«Θα βολευτούμε. Έχουμε βολευτεί κι άλλες φορές. Η κυρία Πρινγκλ μπορεί να κάτσει στη μικρή καρέκλα, είναι ελαφριά σαν πούπουλο. Κι όταν έρθει η δεσποινίς Τζέι, θα τη βάλω στην πολυθρόνα. Εσείς οι δύο τώρα! Εδώ». Έβαλε τους δύο άντρες να καθίσουν ο ένας δίπλα στον άλλον στην άκρη του κρεβατιού. «Καθίστε» τους πρόσταξε. «Δεν χρειάζομαι βοήθεια».

Ένας σερβιτόρος του ξενοδοχείου έφερε μια τσαγιέρα, κι ενόσω η κυρία Μπρετ γέμιζε τα φλιτζάνια και ρωτούσε κάμποσες φορές τον κάθε καλεσμένο αν ήθελε γάλα και ζάχαρη, ο άντρας δίπλα στον Γκάι συστήθηκε σιγανά μέσα σε όλη τη φασαρία:

«Άλαν Φρούεν».

«Δεν σας σύστησα;» φώναξε η κυρία Μπρετ, μοιράζοντας τα φλιτζάνια με το τσάι. «Έτσι κάνω πάντα, δεν συστήνω ποτέ κανέναν».

Ο Άλαν Φρούεν, που το μεγάλο κεφάλι του στηριζόταν σε τεράστιους ώμους, είχε ένα πρόσωπο φτιαγμένο, θαρρείς, από καφετί βράχο, όχι σκαλισμένο αλλά διαβρωμένο από το νερό ώστε να πάρει το τωρινό του σχήμα. Τα ανοιχτόχρωμα μάτια του, που έμοιαζαν ακόμα πιο ανοιχτά με φόντο το μελαχρινό του δέρμα, είχαν μια πικρή έκφραση. Όπως καθόταν στην άκρη του κρεβατιού και ανακάτευε το τσάι του, όλη του η στάση πρόδιδε ότι ανεχόταν υπομονετικά αυτή την ταλαιπωρία. Έχοντας συστηθεί, δεν είχε να πει τίποτε άλλο, μόνο κοιτούσε αμήχανα την κυρία Μπρετ επειδή ήταν όρθια ενώ αυτός καθόταν.

«Ώστε μόλις ήρθατε από τη Ρουμανία;» ρώτησε εκείνη τον Γκάι. «Πείτε μας, οι Γερμανοί βρίσκονται εκεί ή όχι;»

Ενόσω ο Γκάι απαντούσε στην ερώτησή της, ο Άλαν Φρούεν τον παρατηρούσε προσεκτικά. Το μεγάλο μελαχρινό πρόσωπό του μαλάκωσε, λες και υπήρχε κάτι στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά του Γκάι που κατεύναζε τη στενοχώρια του. Έσκυψε μπροστά να μιλήσει, αλλά η κυρία Μπρετ δεν του έδωσε την ευκαιρία.

«Είστε άνθρωπος της Οργάνωσης, έτσι δεν είναι;» είπε στον Γκάι. «Ναι, σας ανέφερε ο πρίγκιπας Γιάκιμοφ. Θα σας πω εγώ μερικά πραγματάκια για την Οργάνωση. Ξέρατε, φυσικά, τον άντρα μου, έτσι δεν είναι; Ξέρετε τι του έκαναν εδώ;»

«Όχι» απάντησε ο Γκάι, και ο Άλαν Φρούεν άφησε ένα ανεπαίσθητο βογκητό εν αναμονή μιας ιστορίας την οποία βαριόταν να ακούσει για πολλοστή φορά.

Αγνοώντας τον Φρούεν, η κυρία Μπρετ κοίταξε με ένταση τον Γκάι:

«Γνωρίζετε, φαντάζομαι, ότι ο σύζυγός μου ήταν ο διευθυντής της Σχολής;».

«Αλήθεια; Δεν το ήξερα».

«Αχά!» έκανε η κυρία Μπρετ, προετοιμάζοντας τους Πρινγκλ για μια δυσάρεστη ιστορία. Τους κράτησε σε προσμονή όσο μοίραζε τα φλιτζάνια. Ο Άλαν Φρούεν την παρακολουθούσε με μια έκφραση πονεμένη και ταυτόχρονα συνεπαρμένη. Τέλος, εκείνη κάθισε και άρχισε: «Ο άντρας μου ήταν διευθυντής και τον παραγκώνισαν. Και μάλιστα με πολύ άσχημο τρόπο. Δεν μπορεί να μην ακούσατε τίποτα;»

«Γνωρίζουμε ελάχιστους ανθρώπους εδώ» της εξήγησε ο Γκάι.

«Ήταν σκάνδαλο και προκάλεσε ένα σωρό συζητήσεις. Το θέμα έφτασε πολύ πιο μακριά από την Αθήνα. Ο άντρας μου ήταν λόγιος, ένας πολύ χαρισματικός άνθρωπος». Έκανε μια παύση και κάρφωσε τον Γκάι με το βλέμμα της επιτιμητικά. «Μα θα πρέπει να τον έχετε ακουστά! Έγραψε ένα βιβλίο ιστορίας για τη Δημοκρατία της Βενετίας».

«Ναι, φυσικά» απάντησε εκείνος για να την καθησυχάσει, οπότε η κυρία Μπρετ συνέχισε:

«Γνωρίζετε αυτόν τον τύπο, τον Γκρέισι, υποθέτω;».

«Εγώ–»

«Ο Γκρέισι τον έδιωξε. Ο Γκρέισι κι εκείνος ο αχρείος ο Κούκσον».

«Ακούσαμε για τον Κούκσον» είπε η Χάριετ. «Φαίνεται να είναι σημαντικό πρόσωπο εδώ».

«Πλούσιος είναι, όχι σημαντικός. Τουλάχιστον όχι όπως θα εννοούσα εγώ το “σημαντικός”. Αποκαλεί τον εαυτό του “ταγματάρχη”. Ίσως κάποτε να υπηρέτησε στον στρατό, ωστόσο έχω τις αμφιβολίες μου. Ζει στο Φάληρο, μες στη χλιδή. Είναι από τους ανθρώπους που δεν έχουν ανάγκη να δουλέψουν, αλλά τους αρέσει ν’ ανακατεύονται σε όλα. Θέλει εξουσία, να ασκεί επιρροή».

«Και είναι φίλος του Γκρέισι;»

«Ναι. Σ’ αυτή την κλίκα ανήκει ο Γκρέισι. Όταν πρωτοήρθαμε εδώ, ο Κούκσον μας κάλεσε στο Φάληρο, αλλά ο Πέρσι αρνιόταν να πάει. Ασχολιόταν με τις μελέτες του και διηύθυνε τη Σχολή. Δεν είχε καιρό για γιορτές και πανηγύρια, αυτό είναι σίγουρο».

«Πριν από πόσον καιρό έγιναν αυτά;»

«Πάνω που άρχισε ο πόλεμος. Γνωρίζαμε τον παλιό διευθυντή: εξαιρετικός άνθρωπος, λόγιος κι αυτός. Αποχώρησε όταν ξέσπασε ο πόλεμος και πρόσφερε τη θέση στον Πέρσι. Εγώ του είπα πως έπρεπε να τη δεχτεί. Ήταν μια πολεμική αποστολή. Δεν ήταν νέος, βέβαια, όφειλε όμως να κάνει το καθήκον του. Θεωρώ πως είχα δίκιο».

Η κυρία Μπρετ έκανε μια παύση και ο Άλαν Φρούεν ανακάτεψε το τσάι του σαν να ετοιμαζόταν πάλι να μιλήσει. Για άλλη μια φορά η κυρία Μπρετ τον εμπόδισε.

«Λοιπόν, ο Πέρσι ανέλαβε εδώ κι όλα πήγαιναν περίφημα, όταν εμφανίστηκε εκείνος ο Γκρέισι».

«Από πού ήρθε;»

«Από την Ιταλία. Ζούσε κοντά στη Νάπολη κι έκανε ιδιαίτερα μαθήματα σε κάποιο πλούσιο ιταλάκι, ενώ ταυτόχρονα έγραφε και λίγο. Περνούσε θαυμάσια, φαντάζομαι, κατάλαβε όμως ότι δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ. Φοβήθηκε. Για κακή μας τύχη, αποφάσισε να έρθει εδώ. Κι όταν έφτασε, ήθελε δουλειά και ο Πέρσι τον προσέλαβε ως επικεφαλής του διδακτικού προσωπικού. Τι βλάκας! Ο Πέρσι, εννοώ». Κούνησε το κεφάλι της και πλατάγισε τη γλώσσα της αποδοκιμαστικά.

«Πού να το ’ξερε;» παρατήρησε ο Άλαν Φρούεν.

Η κυρία Μπρετ συμφώνησε με ένα ύφος λες και μόλις το είχε σκεφτεί.

«Σωστά, δεν θα μπορούσε να το ξέρει».

«Ο Γκρέισι δεν είχε τα τυπικά προσόντα;» ρώτησε ο Γκάι.

«Είχε πάρα πολλά προσόντα. Αυτό ήταν το πρόβλημα. Δεν ήταν διατεθειμένος να δουλέψει υπό τις διαταγές του Πέρσι. Όχι, δεν ήθελε να παίζει δεύτερο βιολί, εποφθαλμιούσε τη δουλειά του συζύγου μου. Πήγε να δει τον Κούκσον και τον καλόπιασε λέγοντας: “Μπορείτε να διαπιστώσετε και μόνος σας ότι ο Πέρσι Μπρετ δεν είναι κατάλληλος να διευθύνει τη Σχολή”. Και σας διαβεβαιώνω πως τίποτα δεν αρέσει περισσότερο στον Κούκσον από το να βρίσκεται στη μέση μιας ίντριγκας. Οι δυο τους άρχισαν να συνωμοτούν και να καταστρώνουν σχέδια και να λένε σ’ όλο τον κόσμο ότι ο Πέρσι ήταν πολύ ηλικιωμένος και δεν είχε τη σωστή κατάρτιση για τη δουλειά. Και ο Γκρέισι έβαλε τον Κούκσον να γράψει στο γραφείο του Λονδίνου–»

«Τα γνωρίζετε πέραν πάσης αμφιβολίας όλα αυτά;» διαμαρτυρήθηκε ήπια ο Άλαν Φρούεν.

«Α, ναι». Η κυρία Μπρετ τον κοίταξε αγριεμένα. «Έχω κι εγώ τους κατασκόπους μου. Κι αμέσως το γραφείο του Λονδίνου έστειλε έναν επιθεωρητή για να διερευνήσει τον τρόπο διοίκησης της Σχολής. Για σκεφτείτε! Ένας επιθεωρητής να χώνει τη μύτη του στις υποθέσεις

του Πέρσι… Και τότε τι νομίζετε πως συνέβη;»

Στην ερώτηση αυτήν η φωνή της κυρίας Μπρετ βγήκε τσιριχτή από τη δραματική ένταση. Ο Άλαν Φρούεν και η Χάριετ κοιτάχτηκαν και η γεμάτη οίκτο έκφρασή του της αποκάλυψε πως η επιθετικότητα της κυρίας Μπρετ δεν έκρυβε τίποτα περισσότερο από τη δυστυχία της.

Σοβαρός και απαυδισμένος, χαμήλωσε το βλέμμα του, και η Χάριετ, που έλπιζε ότι θα μάθαινε κάτι για τον Γκρέισι, άρχισε να αναρωτιέται μήπως αυτά που άκουγαν δεν ήταν παρά οι φαντασιώσεις μιας παλαβής. Ο Γκάι μάλλον δεν συμμεριζόταν αυτή την άποψη. Με πρόσωπο ροδοκόκκινο από την έγνοια, περίμενε με αδημονία τη συνέχεια.

«Ο Πέρσι αρρώστησε» είπε η κυρία Μπρετ. «Αρρώστησε πάνω που ήρθε ο επιθεωρητής. Φανταστείτε πώς ήταν για μένα να έχω τον επιθεωρητή να χώνει παντού τη μύτη του, τον Γκρέισι και τον Κούκσον να του λένε ό,τι ήθελαν και τον καημένο μου τον Πέρσι υπερβολικά άρρωστο για να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

»“Κοριτσάκι μου” μου είπε –πάντα με φώναζε κοριτσάκι του– “ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα μου φέρονταν έτσι!”. Δούλευε σαν το σκυλί, ξέρετε. Ακατάβλητος – έτσι τον έλεγα εγώ. Βελτίωσε τη Σχολή. Το μόνο που έκανε ο Γκρέισι ήταν να αναλάβει ένα ακμαίο ίδρυμα και να το αφήσει να ρημάξει. Κι ο κακόμοιρος ο Πέρσι! Ήταν άρρωστος πολλές εβδομάδες: εννιά, δέκα… Είχε τύφο». Από την προσπάθεια και τη συγκίνηση είχε κοπεί η ανάσα της και η φωνή της είχε αρχίσει να χάνει την έντασή της. «Και τον ξεφορτώθηκαν. Ναι, τον ξεφορτώθηκαν. Στάλθηκε μια αναφορά και μετά έφτασε ένα τηλεγράφημα: Διευθυντής εδώ θα γινόταν ο Γκρέισι, ενώ ο Πέρσι θα πήγαινε προσωρινά στη Βηρυτό. Μα δεν τα έμαθε ποτέ όλα αυτά. Πέθανε. Ναι, πέθανε!» Η κυρία Μπρετ κοίταξε τον Γκάι και πρόσθεσε βραχνά: «Τον εαυτό μου κατηγορώ». Έσφιξε το ένα από τα άχαρα χέρια της σε γροθιά και πίεσε τις αρθρώσεις της στα χείλη, με το βλέμμα καρφωμένο στον Γκάι λες και μόνο αυτός την καταλάβαινε. Λίγη ώρα μετά ακούμπησε τα χέρια στα γόνατά της. «Δεν ήθελε ποτέ να έρθει εδώ. Τον ανάγκασα. Εγώ το μεθόδευσα… Ναι, στ’ αλήθεια το μεθόδευσα. Έγραψα και πρότεινα τον Πέρσι για τη θέση, και γι’ αυτό του την πρόσφεραν. Μέναμε στο Κότορ, ξέρετε. Το είχα βαρεθεί πια. Εκείνα τα στενά σοκάκια, ο απαίσιος κόλπος… Αισθανόμουν εγκλωβισμένη. Ήθελα να πάω σε μια μεγάλη πόλη. Ναι, εξαιτίας μου έγιναν όλα. Δικό μου ήταν το φταίξιμο. Τον έφερα εδώ κι έπαθε τύφο».

Ο Γκάι ακούμπησε την παλάμη του στο χέρι της και είπε:

«Θα μπορούσε να πάθει τύφο οπουδήποτε, ακόμα και στην Αγγλία. Σίγουρα, πάντως, οπουδήποτε στη Μεσόγειο. Έχετε διαβάσει το Θάνατος στη Βενετία

Η κυρία Μπρετ τον κοίταξε μελαγχολικά, απορημένη από την ερώτησή του. Για να της αποσπάσει την προσοχή, ο Γκάι άρχισε να της διηγείται την πλοκή της νουβέλας του Τόμας Μαν. Φτάνοντας στο κρισιμότερο σημείο, έκανε μια μελοδραματική παύση και η κυρία Μπρετ, θεωρώντας πως είχε τελειώσει –ή θα έπρεπε να έχει τελειώσει–, είπε:

«Ο Πέρσι ζούσε ακόμη όταν ανέλαβε ο Γκρέισι. Δεν περίμεναν καν να πεθάνει».

«Γι’ αυτό ζήτησαν μετάθεση οι δύο καθηγητές;» ρώτησε η Χάριετ.

«Ώστε το μάθατε». Η κυρία Μπρετ στράφηκε απότομα και την κοίταξε. «Αναρωτιέμαι ποιος σας το είπε».

Η Βαλκανική Τριλογία κυκλοφορεί στις 5 Μαρτίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ