Menu

Αλύγιστος

Η απίστευτη διαδρομή του Ιταλοαμερικανού δρομέα Λούι Ζαμπερίνι (Τζακ Ο’ Κόνελ), από την αξιομνημόνευτη παρουσία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936 και τη συμμετοχή στον β’ παγκόσμιο πόλεμο μέχρι τη βασανιστική αιχμαλωσία στα χέρια των Ιαπώνων, ξετυλίγεται ως μία ιστορία επιβίωσης ενταγμένης στα ακαδημαϊκά μέτρα του δράματος εποχής, που παρασέρνεται χωρίς όριο από τον επικό και διδακτικό της χαρακτήρα.

Στη γεμάτη Αλύγιστους, Ανίκητους και Ακλόνητους λίστα του αμερικανικού σινεμά, προσθέστε ακόμα μία ταινία η οποία δε θα προσθέσει τίποτα σε όσα ήδη ξέρατε για το είδος της επικής βιογραφίας. Του είδους δηλαδή που με αφορμή μία αληθινή larger-than-life ιστορία, καταλήγει τις περισσότερες φορές σε ένα καλογυαλισμένο πορτρέτο γεμάτο κοντινά πλάνα αλά Σπίλμπεργκ και σκηνές δραματικής κορύφωσης με το απαραίτητο ορχηστρικό κρεσέντο, στο οποίο ξεχωριστή θέση έχουν υπεραπλουστευμένοι συμβολισμοί περί των αθάνατων αμερικανικών αξιών.

Η απίστευτη διαδρομή του Ιταλοαμερικανού δρομέα Λούι Ζαμπερίνι (Τζακ Ο’ Κόνελ), από την αξιομνημόνευτη παρουσία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936 και τη συμμετοχή στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τη βασανιστική αιχμαλωσία στα χέρια των Ιαπώνων, ξετυλίγεται στο πρώτο σοβαρό σκηνοθετικό κρας-τεστ της Αντζελίνα Τζολί ως μία ιστορία επιβίωσης ενταγμένης στα ακαδημαϊκά μέτρα του δράματος εποχής, πλασμένης για να εμπνέει με έναν καταφανώς διδακτικό τρόπο.

Στην περίπτωση ωστόσο του «Αλύγιστου» της Τζολί, έχουμε να κάνουμε με τρεις ιστορίες που θα μπορούσαν να σταθούν αυτόνομα αν δεν είχαν ενοποιηθεί εν είδει επεισοδίων στο σώμα μιας ταινίας, καθώς ο Ζαμπερίνι εξελίσσεται από καταξιωμένος δρομέας, σε στρατιώτη και ναυαγό στη μέση του Ειρηνικού Ωκεανού, πριν καταλήξει αιχμάλωτος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Στην κλιμακούμενη έμφαση που δίνεται στην πολύπαθη διαδρομή του ήρωα, καθοριστική κρίνεται η σχέση με τον βασανιστή του (τον υποδύεται ο Ιάπωνας ροκ σταρ Μιγιάβι).

Εκείνο πάντως που παραμένει απορίας άξιο είναι το τι ακριβώς διέκριναν στο νέο σκηνοθετικό εγχείρημα της βραβευμένης με Όσκαρ ηθοποιού οι αδερφοί Κοέν, που τους έπεισε να εμπλακούν στη σεναριακή διασκευή του μπεστ σέλερ της Λόρα Χίλενμπραντ «Unbroken: A World War II Story of Survival, Resilience and Redemption». Μία απορία που εντείνεται από το γεγονός πως δεν υπάρχει τίποτα από το γεμάτο ειρωνεία και αμφισημία κοενικό σύμπαν που να περνά – έστω και υπαινικτικά – στον «Αλύγιστο».

Σε επίπεδο ερμηνειών, ο ανερχόμενος Βρετανός πρωταγωνιστής του «‘71» και των «Γροθιών στους Τοίχους», Τζακ Ο’ Κόνελ, κάνει ό,τι μπορεί μέσα σε ένα ασφυκτικά ακαδημαϊκό πλαίσιο μηδενικής πρωτοτυπίας και τόλμης προκειμένου να προσδώσει οργανικές διαστάσεις στο πορτρέτο ενός ηρωικού χαρακτήρα που σμιλεύεται πλάνο το πλάνο υπό το μότο «If you can take it, you can make it» (αν αντέξεις, θα τα καταφέρεις).

Είναι όμως τόσο κοντόθωρη και τετριμμένη η λογική της ταινίας, που υποχρεώνει τον καλό αυτό ηθοποιό να καδράρεται ακόμα και ως εσταυρωμένος στην πιο κρίσιμη σκηνή του δράματος (εκείνη που αποτυπώνεται και στην αφίσα), καθιστώντας μάταιη κάθε του προσπάθεια να διασωθεί από το υπερφίαλο όραμα της Τζολί.

Γιατί σε τελική ανάλυση, αν γελάμε με το περίφημο «freedom» του Μελ Γκίμπσον στο «Braveheart», στο άκουσμα του οποίου ριγούν εχθροί και φίλοι, δε βλέπω το λόγο γιατί να μην ισχύει το ίδιο στην εξίσου γλαφυρά γυρισμένη σκηνή όπου ο άτυχος Ο’ Κόνελ «κάθεται κάτω από τη μπάρα», συντρίβοντας με το αλύγιστο πνεύμα του τον τσαμπουκά του βασανιστή του.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ