Menu

Αναχώρηση για Παρίσι 15:17

Ο Ίστγουντ φτιάχνει ένα φιλμικό αξιοπερίεργο, κινούμενο μεταξύ μυθοπλασίας και τεκμηρίωσης, τόσο ενδιαφέρον που, πραγματικά, σε κάνει να στενοχωριέσαι που δεν το έστησε όλο έτσι, δεδομένου πως oι σκηνές, όπου επιχειρείται εμπλουτισμός του δράματος, σαν τις εισαγωγικές, είναι οι πιο αδύναμες .

Στην προηγούμενη ταινία του, το «Sully (2016)», ο Κλιντ Ίστγουντ αφηγήθηκε την ιστορία του πιλότου Tσέσλι Σαλενμπέργκερ που, έπειτα από βλάβη εν ώρα πτήσης, προσγείωσε επιτυχώς ένα αεροπλάνο στο ποταμό Χάντσον της Νέας Υόρκης και έσωσε την ζωή 155 ανθρώπων. Μέσα από μια αφήγηση αλά «Ρασομόν (1950)»ο Ίστγουντ επιχείρησε (και κατάφερε) να διανύσει την απόσταση από την Εικόνα στην Αλήθεια, από τον ήρωα στον πραγματικό άνθρωπο. Αυτό ακριβώς, η αντιδιαστολή δηλαδή του μύθου με την πραγματικότητα, τον έχει απασχολήσει πολύ στην φιλμογραφία του και τον απασχολεί και στη νέα του ταινία, την «Αναχώρηση για Παρίσι», η οποία αφορά την ιστορία τριών αμερικανών τουριστών που το 2015 απέτρεψαν την επίθεση ενός φονταμενταλιστή του ISIS σε αμαξοστοιχία με κατεύθυνση από το Άμστερνταμ προς την γαλλική πρωτεύουσα.

Ομολογώ πως διαβάζοντας το θέμα της νέας του ταινίας ένα χρόνο πριν, αναρωτήθηκα, έχοντας αφηγηθεί πρόσφατα την ιστορία ενός καθημερινού ανθρώπου που προέβη σε ηρωική ενέργεια όταν κλήθηκε από τις περιστάσεις, τί παραπάνω θα μπορούσε να καταθέσει ο Ίστγουντ πάνω στο ζήτημα, πως θα μπορούσε να αποφύγει την επανάληψη. Το ερώτημα φαίνεται να απασχόλησε τον ίδιο, καθώς μετά από συζητήσεις με τους υπεύθυνους του casting και διαπραγματεύσεις με γνωστούς ηθοποιούς πήρε μια απρόσμενη απόφαση. Προσέλαβε τελικά τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του συμβάντος για να παίξουν στην ταινία.

Για πρώτη φορά στην καριέρα του ο 88χρονος σκηνοθέτης επιχειρεί κάτι που μοιάζει εγγύτερο στο λεγόμενο σινεμά βεριτέ. 

Πολλές φορές έχουμε δει την επιγραφή «βασισμένη σε αληθινά γεγονότα» στο σινεμά, οι δημιουργοί μας το γνωστοποιούν στο φινάλε της ταινίας τους, πότε με φωτογραφικό κολάζ των πραγματικών προσώπων, πότε με αρχειακό υλικό, καμιά φορά μας το μοστράρουν και στους τίτλους αρχής. Το τελευταίο το βρίσκω έναν εύκολο και «φτηνό» τρόπο για να πετύχουν έναν από τους βασικότερους στόχους μιας κινηματογραφικής ταινίας: να κάμψουν την δυσπιστία του θεατή για αυτό που παρακολουθεί. Προσλαμβάνοντας τους πραγματικούς ήρωες για να υποδυθούν τους εαυτούς τους στο πανί, ο Ίστγουντ πάει την συγκεκριμένη πρακτική όχι ένα, αλλά πολλά βήματα παραπέρα.  Δεν το κάνει όμως  για να κάμψει την δυσπιστία σου απέναντι σε αυτά που βλέπεις. Στο μυαλό του έχει να εξυπηρετήσει την κεντρική θεματική της ταινίας του, που είναι, όπως είπαμε, η απόσταση του μύθου από την πραγματικότητα. Δεν θα δεις εδώ την κινηματογραφική εκδοχή των ηρώων, θα δεις τους ίδιους, που τίποτα ελκυστικό κινηματογραφικά δεν έχουν, δεν μοιάζουν με τους ήρωες, όπως τους έχεις συνηθίσει στο πανί, ούτε μιλούν και στέκονται ως τέτοιοι. Πρόκειται για τέχνασμα μεταμοντέρνας σύλληψης, λειτουργεί αποτελεσματικά μέσα στην ταινία και έξω από αυτή, θα ήταν όμως ένα απλό gimmick, αν ο Ίστγουντ δεν το υποστήριζε και αισθητικά. Κι εδώ έρχεται μια ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη.

Για πρώτη φορά στην καριέρα του ο 88χρονος σκηνοθέτης επιχειρεί κάτι που μοιάζει εγγύτερο στο λεγόμενο σινεμά βεριτέ. Σε ένα μεγάλο μέρος της ταινίας στήνει μια σειρά από  βινιέτες, όπου παρακολουθεί τους πρωταγωνιστές του με την κάμερα ανά χείρας σε φυσικούς χώρους ανάμεσα σε περαστικούς, παραμερίζει το σενάριο και τους αφήνει να αυτοσχεδιάσουν, προσδοκώντας να απαθανατίσει μια στιγμή αλήθειας. Γεννάται  έτσι ένα φιλμικό αξιοπερίεργο, κινούμενο μεταξύ μυθοπλασίας και τεκμηρίωσης, τόσο ενδιαφέρον που, πραγματικά, σε κάνει να στενοχωριέσαι που δεν το έστησε όλο έτσι, δεδομένου πως oι σκηνές, όπου επιχειρείται εμπλουτισμός του δράματος, σαν τις εισαγωγικές, είναι οι πιο αδύναμες . 

Τίποτε σπουδαίο με την δραματική έννοια του όρου δεν συμβαίνει σε αυτές τις σκηνές, είναι όμως σημαντικές, ώστε ο Ίστγουντ να μας παρουσιάσει τους ήρωες.  Και, παρά τον αξιέπαινο ηρωισμό της ενέργειάς τους, δεν τους παρουσιάζει με τυμπανοκρουσίες , αλλά ως συνηθισμένους ανθρώπους σαν εσένα κι εμένα, όχι ιδιαίτερα οξυδερκείς, ελαφρώς επιπόλαιους  και ημιμαθείς– ο Ίστγουντ καυτηριάζει και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά τους μέσα στο φιλμ-, που έτυχε να βρεθούν σε μια κατάσταση κινδύνου, διατήρησαν στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού την ψυχραιμία τους και έπραξαν το χρέος τους. Το χρέος τους όχι ως ήρωες, τίποτα ηρωικό δεν είδαμε πάνω τους μέχρι εκείνη την στιγμή. Όχι ως επαγγελματίες, όπως ο Sully – νά μια ακόμα διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη ταινία του-, δεν ήταν υποχρεωμένοι λόγω επαγγελματικής θέσης να εκτεθούν στον κίνδυνο και να δράσουν όπως έδρασαν την δεδομένη στιγμή. Ούτε όμως και ως αμερικάνοι, όπως θα ήθελε μερίδα της κριτικής που ακονίζει  τα μαχαίρια της αριστερόστροφα από την ανακοίνωση του εγχειρήματος. Αλλά ως άνθρωποι. 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ