Menu

Belle

Η, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, κινηματογραφική ιστορία της πρώτης μαύρης αριστοκράτισσας της Αγγλίας είναι ένα ρομαντικό δράμα εποχής που θα μπορούσε να ήταν ακόμη ένα δημιούργημα της Τζέιν Όστιν αν η κεντρική της ηρωίδα δεν έθιγε αιώνια επίκαιρα -και αιώνια αναπάντητα- ερωτήματα σχετικά με το ταξικό σύστημα, τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και τον ρατσισμό.

Θα χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια για να μην κάνει κανείς μία ενδιαφέρουσα ιστορία για ένα τόσο παράδοξο φαινόμενο: την ιδέα μιας μιγάδας να περιφέρεται στα μεγάλα σαλόνια ως μία μορφωμένη ευγενής και κληρονόμος στα τέλη του 18ου αιώνα.

Είναι μία, βασισμένη σε αληθινά πρόσωπα και γεγονότα, ιστορία-θησαυρός που σε ένα μεγάλο μέρος της κυλά σαν μια ιστορία που θα μπορούσε να έχει σκαρφιστεί η Τζέιν Όστιν πλην όμως με μια κεντρική ηρωίδα που μόνο και με την ύπαρξή της διχάζει τους πάντες, και ειδικά τον εαυτό της, σχετικά με το πού ανήκει στην κοινωνία και πόσα θα μπορέσει να διεκδικήσει από τη ζωή της.

«Μου φαίνεται ότι έχω ελευθερωθεί δύο φορές», αναλογίζεται κάποια στιγμή η έξυπνη, ανήσυχη Ντάιντο και η φράση της αυτή, εν μέσω της πιο καλογραμμένης και ενδιαφέρουσας ιδεολογικά σκηνής της ταινίας, συνοψίζει ιδανικά την τόσο παράξενη μοίρα της.

Γεννημένη στη φτώχεια, ως η μουλάτο εξώγαμη κόρη ενός Άγγλου αριστοκράτη (αδύναμος στο σύντομο ρόλο του ο Μάθιου Γκουντ), η Ντάιντο βρέθηκε ξαφνικά στο σπίτι του θείου του πατέρα της, να μεγαλώνει ως απόγονος αριστοκρατικής οικογενείας.

Ή μάλλον, όχι ακριβώς – παρόλο που λαμβάνει την μόρφωση και κοινωνική εκπαίδευση που αρμόζει σε μια νεαρή δεσποινίδα της καλής κοινωνίας, το χρώμα του δέρματός της την αφήνει κάπως μετέωρη, πολύ χαμηλή κοινωνικά για να μοιραστεί το τραπέζι με τους καλεσμένους του σπιτιού αλλά και πολύ ανώτερη για να φάει με τους υπηρέτες.

Μία μεγάλη κληρονομιά θα την κάνει επιπλέον και πλούσια κληρονόμο (εξ ου και η δεύτερη ελευθερία στην οποία αναφέρεται), αλλά το υπαρξιακό της δίλημμα σχετικά με τη θέση της ως γυναίκας και ως έγχρωμης αριστοκράτισσας μάλλον εντείνεται, όσο η οικογένειά της αναζητά υποψήφιο γαμπρό για να εξασφαλίσει το μέλλον της.

Η αφύπνισή της συνδυάζεται με την γνωριμία της με έναν ιδεολόγο δικηγόρο, ο οποίος μιλά παθιασμένα ενάντια στην ακόμη κρατούσα πρακτική της δουλείας, και με την επικείμενη δικαστική απόφαση του θείου της, επικεφαλής του Ανώτατου Δικαστηρίου, σχετικά με την υπόθεση Zong, την διαμάχη των ιδιοκτητών ενός δουλεμπορικού πλοίου με ασφαλιστική εταιρεία σχετικά με την αποζημίωση που διεκδικούν οι πρώτοι για τον πνιγμό εκατοντάδων σκλάβων/εμπόρευμα προς πώληση.

Με προεξάρχουσα την εκπληκτική Γκούγκου Μπάθα-Ρο στον πρωταγωνιστικό ρόλο, και ένα καστ που ενώνει βετεράνους όπως ο Τομ Γουίλκινσον, η Έμιλι Γουότσον, η Μιράντα Ρίτσαρντσον και η Πενέλοπε Γουίλτον, με ανερχόμενους ηθοποιούς όπως η Σάρα Γκάντον και ο Σαμ Ριντ, η ταινία ζωντανεύει πειστικά την εποχή, πλέκοντας συμβάσεις από τα ρομαντικά δράματα εποχής με καυστικά για την πολιτική και την κοινωνία σχόλια που αντηχούν ακόμη και σήμερα.

Κρίμα που η τόσο ζουμερή ιστορία προδίδεται από συχνά άχαρους και διεκπεραιωτικούς διαλόγους και σκηνές, που υπερβολικά απλά και άτεχνα παραθέτουν πληροφορίες και υπογραμμίζουν πτυχές της ιστορίας, αντί να τις αφήσουν να αναδυθούν πιο οργανικά.

Η σχετική έλλειψη βαθύτερων ιδεών, τουλάχιστον σε σύγκριση με την ανεκμετάλλευτη δύναμη της βασικής ιστορίας, προσγειώνει το «Belle» σε μια αξιοπρεπή, ενδιαφέρουσα ταινία που εκτελεί το χρέος της τίμια, ενώ θα μπορούσε να είναι κάτι πολύ περισσότερο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ