Menu

Birdman ή Η Απρόσμενη Αρετής της Αφέλειας

Υποψήφια για εννέα βραβεία Όσκαρ, η πέμπτη μεγάλου μήκους δημιουργία του αξιοσέβαστου σκηνοθέτη της «Βαβέλ» και των «21 Γραμμαρίων» αποτελεί ένα αληθινό τεχνικό επίτευγμα και δίνει την ευκαιρία στον Μάικλ Κίτον να ερμηνεύσει τον κορυφαίο ρόλο της καριέρας του. Το κατά πόσο αποτελεί μια σπουδαία ταινία, ωστόσο, παραμένει συζητήσιμο.

Το 2010 ο Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου μας σέρβιρε με το «Biutiful» ένα πανηγύρι μιζέριας και δυστυχίας μεταμφιεσμένο σε καλλιτεχνικών προθέσεων ταινία και απλωμένο σε δυόμισι οδυνηρές ώρες.

Δουλεύοντας για πρώτη φορά τότε χωρίς τον Γκιγιέρμο Αριάγα, σεναριογράφο των προηγούμενων ταινιών του («Χαμένες Αγάπες», «21 Γραμμάρια», «Βαβέλ») με τον οποίο το καλλιτεχνικό διαζύγιο έμελλε να σταθεί οριστικό και αμετάκλητο, ο Μεξικανός σκηνοθέτης δεν προχωρούσε με την καινούργια του δουλειά ούτε βήμα από την προσφιλή μανιέρα που επί δέκα χρόνια μαγείρευε με τον σεναρίστα του.

Ποια ήταν η μανιέρα αυτή; Ενα κοινωνικά ευσυνείδητο και δήθεν ανθρωπιστικό multi culti σινεμά που υποτίθεται ότι είχε τις κεραίες του τεντωμένες στην αντίξοη πραγματικότητα του κόσμου έξω από την αίθουσα, στην ουσία όμως παιάνιζε την ίδια κουραστική και κοινότυπη ιδέα ότι ανεξαιρέτως της γλώσσας που μιλάμε, της πατρίδας από την οποία προερχόμαστε και του περιβάλλοντος στο οποίο έχουμε γαλουχηθεί, όλοι καταλήγουμε ίσοι μπροστά στο αναπόφευκτο της τραγωδίας και των δραματικών επεμβάσεων της μοίρας.

Τέσσερα χρόνια μετά, ο Ινιάριτου μοιάζει σχεδόν αποφασισμένος να γυρίσει πλάτη στον πρότερο, λυγμόλαλο εαυτό του. Με το «Birdman» παραμερίζει ένα μεγάλο μέρος της σοβαροφάνειας που λίγο έλειψε να τον κάνει γραφικό, προσπερνά τις απλοϊκές αντιλήψεις των παλιότερων φιλμ του (οι οποίες ουσιαστικά διένυαν κύκλους γύρω από τις ίδιες θεματικές) και εγκαταλείπει τις μεγαλοστομίες προκειμένου να εστιάσει σε έναν βασικό χαρακτήρα και να περιοριστεί σε έναν συγκεκριμένο χώρο.

Ο χαρακτήρας αυτός είναι ένας πάλαι ποτέ δημοφιλής αστέρας των μπλοκμπάστερ περιπετειών με υπερήρωες ο οποίος βρίσκεται εδώ και καιρό σε επαγγελματική και προσωπική παρακμή και επιχειρεί να επαναφεύρει καλλιτεχνικά τον εαυτό του με το να γράψει, να σκηνοθετήσει και να κρατήσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο θεατρικό ανέβασμα ενός έργου του συγγραφέα Ρέιμοντ Κάρβερ.

Ο χώρος είναι η σκηνή, τα καμαρίνια και τα παρασκήνια ενός θρυλικού θεάτρου στο Μπρόντγουεϊ το οποίο η ταινία εγκαταλείπει μόνο τις σπάνιες φορές που θέλει να ρίξει μετρημένες ματιές στην γύρω νεοϋορκέζικη πραγματικότητα ή ακολουθεί τον ήρωα στις φαντασμαγορικές πτήσεις που πραγματοποιεί με το μυαλό του.

Όσο για το στυλιστικό τόλμημα της ταινίας, αυτό είναι ένα περίτεχνο στοίχημα το οποίο κερδίζουν εντυπωσιακά τόσο ο Ινιάριτου όσο και ο Εμανουέλ Λουμπέσκι-ετούτος ο θαυματουργός διευθυντής φωτογραφίας που είδαμε να βραβεύεται πέρσι με Οσκαρ για τη δουλειά του στο «Gravity»: ολόκληρο το φιλμ είναι σχεδιασμένο, εκτελεσμένο και γυρισμένο σαν να πρόκειται για ένα διαρκές πλάνο (ενώ στην ουσία αποτελεί ευρηματικό τρικ του μοντάζ και της σκηνοθεσίας), γοητευτικά ρευστό στον τρόπο με τον οποίο σκανάρει το λαβυρινθώδες ντεκόρ του θεάτρου και πηγαινοέρχεται νευρικά μέσα σε αυτό, πλήρως λειτουργικό επιπλέον στο πώς εξωτερικεύει τους ψυχολογικούς δαιδάλους του ήρωα ή βοηθά τα τακτικά περάσματα του σκηνοθέτη από τον ρεαλισμό στη φαντασία και ξανά πίσω.

Όλα αυτά ο Ινιάριτου και οι τρεις συν-σεναριογράφοι του τα θέτουν στην υπηρεσία ενός μεταμφιεσμένου ψυχοδράματος πάνω στις απόπειρες ενός ξοφλημένου άντρα να ανακτήσει τη χαμένη του αξιοπρέπεια και να βρει την εξιλέωση που γυρεύει μέσω της τέχνης, το οποίο λειτουργεί και ως σατιρικό σχόλιο επάνω στις απατηλές ψευδαισθήσεις και στα ολέθρια πάθη που δημιουργεί ο κόσμος του θεάματος στα μέλη του.

Όσο αλάνθαστο και δεξιοτεχνικό μπορεί να είναι το «Birdman» ως εκτέλεση, παρ’ όλα αυτά, άλλο τόσο περιφέρει για ακόμη μια φορά την αδυναμία του δημιουργού του να παρασύρεται από την αμετροέπεια και την ανάγκη όλα να φαίνονται και να ακούγονται μεγάλα.

Γεγονός παραμένει ότι η διάθεση του 53χρονου Μεξικανού σκηνοθέτη είναι σαφώς πιο παιχνιδιάρικη απ’ ότι στις προηγούμενες, πεισματικά αγέλαστες ταινίες του και οι αλλοτινοί συναισθηματικοί εκβιασμοί που εξασκούσε επάνω στους θεατές του εδώ έχουν μετριαστεί αισθητά.

Ο Ινιάριτου θέλει, όμως, τα πάντα να βρίσκονται σε μια διαρκή διαπασών. Ολόκληρο το φιλμ είναι ένα νευρωτικό, υπερκινητικό και θορυβώδες πηγαινέλα, συγχρονισμένο στους φρενιτιώδεις αυτοσχεδιασμούς των ντραμς που γεμίζουν το σάουντρακ, χορογραφημένο τέλεια πάνω στις αδιάκοπες κινησιολογίες της κάμερας και σε διαρκή επίκληση της προσοχής σου.

Σκηνές αποκτούν οπερατικές διαστάσεις, απότομα περάσματα στη φαντασία μοιάζουν σαν να έχουν ξεπηδήσει από κάποια δαπανηρή χολιγουντιανή παραγωγή, οι διάλογοι αγγίζουν τακτικά το πομπώδες και ολόκληρο το φιλμ μοιάζει με μια γιγάντια επιχείρηση εντυπωσιασμού και επιδειξιομανίας από μέρους του σκηνοθέτη.

Σύμφωνοι, ο Ινιάριτου είναι ένας γνήσιος βιρτουόζος που παίρνει στυλιστικά ρίσκα και κατορθώνει να τα φέρει εις πέρας, που δεν επαναπαύεται στην ιδέα μιας λιτής αφήγησης, που συλλαμβάνει κάθε δουλειά του με την επιθυμία να υπερβεί τα προσωπικά του όρια.

Πειράζει, όμως, που άλλοι σκηνοθέτες στο παρελθόν (όπως ο Τζον Κασαβέτης με τη συγκλονιστική «Νύχτα Πρεμιέρας» του) έχουν κατορθώσει να πουν παρόμοια πράγματα με σαφώς πιο απλό και χαμηλόφωνο τρόπο και με μεγαλύτερη αμεσότητα και αντίκτυπο;

Φορτωμένο αξιομνημόνευτες στιγμές, πρώτης τάξεως ερμηνείες και έναν ζηλευτό επαγγελματισμό, το «Birdman» παραμένει μια ασταμάτητη επίδειξη δύναμης και ικανοτήτων από μέρους ενός σκηνοθέτη που μοιάζει αποφασισμένος να πείσει ότι μπορεί να γυρίσει οτιδήποτε.

Δεν έχει ακόμα ανακαλύψει, εντούτοις, ότι η απρόσμενη αρετή της εγκράτειας είναι κι αυτή που διακρίνει τους αληθινούς καλλιτέχνες από τους έμπειρους τεχνίτες.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ