Menu

Blackhat

Δεξιοτεχνικά σκηνοθετημένο και απρόσμενα επίκαιρο αλλά σεναριακά άτσαλο θρίλερ ηλεκτρονικού εγκλήματος από τον 71χρονο Μάικλ Μαν ο οποίος ξόδεψε 80 εκατομμύρια δολάρια και δύο χρόνια προετοιμασίας για την πραγματοποίησή του, δίχως το αποτέλεσμα να δικαιώνει τον κόπο και τη φιλοδοξία του.

Έπειτα από εξαετή κινηματογραφική απουσία (η τελευταία εμφάνιση του στη μεγάλη οθόνη συνέβη στα 2009 με το συμπαθές γκανγκστερικό δράμα εποχής «Δημόσιος Κίνδυνος»), ο Μάικλ Μαν διάλεξε ως επιστροφή του πίσω από την κάμερα ένα θρίλερ τεχνολογικού παροξυσμού και διεθνούς cyber κατασκοπείας, το οποίο έμελλε να αποκτήσει μια επιπλέον επίκαιρη χροιά, έπειτα από την πρόσφατη διαρροή πληροφοριών που υπέστη η εταιρία Sony.

Στο «Blackhat», ένα πανίσχυρο δίκτυο ηλεκτρονικού εγκλήματος ετοιμάζεται να εξαπολύσει τα ολέθρια σχέδιά του ενάντια στον κόσμο. Θέλοντας να δρομολογήσουν την έγκαιρη εξάρθρωσή του, οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες σπεύδουν να ζητήσουν τη βοήθεια ενός δαιμόνιου χάκερ ο οποίος εκτίει δεκαπενταετή κάθειρξη σε φυλακή υψίστης ασφαλείας και δέχεται να συνεργαστεί μαζί τους σε αντάλλαγμα για τη μείωση της ποινής του.

Κάπως έτσι αρχίζει να ξετυλίγεται μια πλοκή η οποία ξεκινά από το Λος Άντζελες, μετακομίζει στην Κίνα και καταλήγει στην Τζακάρτα με μια σύντομη στάση από Σικάγο και Μαλαισία, πιπιλίζοντας στην πορεία ασταμάτητα λήμματα από ένα βαρυφορτωμένο λεξικό τεχνικών όρων και θυμίζοντας σε μεγάλο βαθμό τις κοσμοπολίτικες κατασκοπικές εξορμήσεις του Τζέιμς Μποντ, δίχως να καταφέρνει, όμως, να αναπαράγει την καλοδεχούμενη διάθεση παιχνιδιού που περιέφεραν απενοχοποιημένα οι ταινίες αυτές.

Παθιασμένος στυλίστας, ο οποίος ουδέποτε έκρυψε τη σαγήνη που του προκαλούν οι αμέτρητες πιθανότητες της σκηνοθεσίας, ο Μάικλ Μαν κατάφερε να βρεθεί στο αποκορύφωμα της τέχνης του μόνο τις φορές εκείνες όπου η αδιαφιλονίκητη βιρτουοζιτέ του έμπαινε στην υπηρεσία μιας ενδιαφέρουσας ιστορίας και μιας χούφτας καλοδουλεμένων χαρακτήρων, όπως συνέβη με την «Ενταση» και κυρίως με το «The Insider».

Στο καινούργιο του φιλμ, ωστόσο, ο σχεδόν ψυχωτικός περφεξιονισμός του σκηνοθέτη καθιστά μεν σαφή την παρουσία του σε κάθε πλάνο, αυτό που παραμένει άξιο απορίας, παρ' όλα αυτά, είναι το πώς ένας τόσο τελειομανής δημιουργός άφησε εντελώς απροστάτευτο και ελλιπή τον τομέα του σεναρίου.

Η ταινία είναι φορτωμένη αφέλειες, ήρωες που μοιάζουν με τηλεγραφήματα παρά με ολοκληρωμένες σκιαγραφήσεις, σκηνές συμπλοκών που φιλμάρονται στην πλειονότητά τους επίτηδες με ρεαλιστικό τρόπο, αλλά λειτουργούν εις βάρος του όποιου θεαματικού αποτελέσματος και εξωφρενικά ευρήματα όπως αυτό που διαλέγει να κορυφώσει τη δράση στο μέσο μιας πολύβουης παρέλασης όπου πτώματα σωριάζονται αδιακρίτως χωρίς να προκαλούν την παραμικρή ανησυχία των περαστικών.

Ακόμη πιο ατυχής είναι η ιδέα που θέλει τον λακωνικό και σκληροτράχηλο πρωταγωνιστή (τον υποδύεται ένας μονοδιάστατος και «σφιγμένος» εκφραστικά Κρις Χέμσγουορθ) να είναι, εκτός από εξπέρ των τεχνολογιών, και δεινός παλαιστής, πολυμήχανος άνθρωπος της περιπέτειας και έξοχος χρήστης των πάσης φύσεως φονικών εργαλείων.

Κόντρα στις τακτικές αναληθοφάνειες και αυθαιρεσίες της ίντριγκας υψώνεται, ευτυχώς, η αλάνθαστη μαεστρία του Μαν και του πολυπληθούς συνεργείου του (το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τέσσερις μοντέρ και τρεις συνθέτες μουσικής!), οι λεπτοδουλεμένες χρωματικές ραδιουργίες της φωτογραφίας και οι μαγευτικές νυχτερινές ατμόσφαιρες που μόνο ο εμπνευστής του «Ανθρωποκυνηγού» και του «Thief» ξέρει να αποτυπώνει τόσο γλαφυρά επί οθόνης.

Ακόμα κι αυτές δίνουν, όμως, την εντύπωση ότι προσπάθησαν να μεταμφιέσουν και να φυγαδεύσουν ένα άκρως προβληματικό σεναριακό υλικό, επιχειρώντας να το σερβίρουν στο κοινό μέσα σε ακριβό και ελκυστικό περιτύλιγμα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search