Menu

Café Society

Ένας νεαρός νεοϋορκέζος (Άιζενμπεργκ) αφήνει την πόλη του για το Λος Άντζελες, γυρεύοντας καριέρα στο Χόλιγουντ του ’30, για να βρει εκεί τον έρωτα (Στιούαρτ), με όλα του τα γουντιαλενικά συμπαρομαρτούντα. Ενας τρυφερός και νοσταλγικός Άλεν επιστρέφει όλο και πιο έντονα στο παρελθόν (του), με τον βετεράνο δημιουργό να εκτελεί χρέη αφηγητή της ιστορίας του, όπως είχε κάνει και στις αξέχαστες «Μέρες Ραδιοφώνου».

Πολύς έρωτας και ολίγη από θάνατο είναι το κλασσικό δίπολο που και εδώ προτάσσει ο 80χρονος δημιουργός, σε μία ντραμεντί που μας γυρίζει στην Αμερική του '30. Εκεί όπου ο νεαρός Μπόμπι (ενδεδειγμένη επιλογή ο ταμάμ για νευρωτικό χαρακτήρα Τζέσι Άιζενμπεργκ, ως το νέο alter ego του Άλεν) αφήνει τη Νέα Υόρκη για το Λος Άντζελες, άγνωστος μεταξύ διασήμων εκεί, αναζήτωντας τον μεγαλο-ατζέντη θείο του, Φιλ (Στιβ Καρέλ) προκειμένου να του βρει δουλειά στο Χόλιγουντ. Μαζί με τη δουλειά όμως βρίσκει και τον έρωτα στο πρόσωπο της Βόνι (Κρίστεν Στιούαρτ), με τη λεπτομέρεια ωστόσο πως εκείνη είναι δεσμευμένη.

Το ερωτικό τρίγωνο που ξετυλίγεται αρχικά στο Λος Άντζελες και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη είναι το βασικό αφηγηματικό άρμα μιας γλυκόπικρης ιστορίας που δεν κομίζει μεν καινά δαιμόνια στο γνώριμο γουντιαλενικό σύμπαν, διακρίνεται ωστόσο πρωτίστως για την απαράμιλλα όμορφη φωτογραφία, έργο του περίφημου Βιτόριο Στοράρο (διευθυντής φωτογραφίας μεταξύ άλλων στον «Κομφορμίστα», το «Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι» και το «Αποκάλυψη Τώρα»), η οποία παραπέμπει νοσταλγικά στην εποχή του τεχνικολόρ.

Η αψεγάδιαστη δουλειά σε επίπεδο φωτισμών και χρωματικής παλέτας βέβαια δεν αποτελεί τον κινητήρα του «Café Society» αλλά το αστραφτερό αμάξωμα, από το οποίο και να θες δε μπορείς να πάρεις τα μάτια σου. Πέραν της εικόνας όμως, ο Άλεν γνωρίζει με αυτοματοποιημένη ευκολία να αναδεικνύει τις ιστορίες του μέσα από χαρακτήρες (βλ. την απολαυστική Τζίνι Μπερλίν στο ρόλο της μητέρας ή τον Κόρεϊ Στολ στο ρόλο του γκάνγκστερ αδερφού του Μπόμπι) που αντανακλούν τη νευρωσική του ιδιοσυγκρασία και τις υπαρξιακές αγωνίες του, όλα εκείνα δηλαδή που τον έχουν καθιερώσει δεκαετίες τώρα. Έτσι, το «Café Society» φροντίζει να διαθέτει ένα τραπέζι εύκαιρο (αν και όχι αρκετά ευρύχωρο) για τη θεματική παρέα που περιλαμβάνει τη θρησκεία, την οικογένεια, τη showbiz, τη μάχη ανάμεσα στη ρομαντική αφέλεια και τον εγωισμό.

Τα ερωτικά βάσανα του Μπόμπι αντιμετωπίζονται από τον νεοϋορκέζο μετρ με μία συγκαταβατική τρυφερότητα αλλά κι έναν παραδοσιακά εύθυμο πεσιμισμό, ο οποίος αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στη θανατερή (και τόσο γουντιαλενική) προτροπή της θείας του ήρωα «ζήσε κάθε μέρα σα να είναι η τελευταία σου, κάποια μέρα θα επιβεβαιωθείς». Η σκληρότητα της νομοτέλειας απέναντι στη συναισθηματική απληστία που είδαμε π.χ στο «Πορφυρό Ρόδο του Καΐρου», δίνει τη θέση της στην ανθεκτικότητα του έρωτα ως ιδέα, ξέχωρα από τις συνθήκες, τις στραβοτιμονιές και τις αρνήσεις που επιχειρούν να τον εκτρέψουν. Και εδώ είναι ένα σημείο όπου ο Άλεν συνδέει – περισσότερο επιδερμικά από όσο θα θέλαμε – την αγωνία για την επιβίωση του έρωτα με την άλλη μεγάλη αγωνία του τι επιβιώνει από μας μετά θάνατον.

Με το «Café Society» ο αδιάλειπτος εσωτερικός διάλογος του Άλεν με το έργο του μοιάζει να ξαποσταίνει – προς στιγμήν πάντα – σε μία κατάσταση ειρήνευσης με το παρελθόν. Ο τρόπος με τον οποίο κλείνει το φιλμ, υπόδειγμα χάπι-εντ και πικρού ποτηριού μαζί, μαρτυρά μια κάποια συγκαταβατικότητα απέναντι στα κεφαλαιώδη ερωτήματα που τον απασχολούν. Παράλληλα βέβαια, δε μπορεί να αγνοηθεί ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να επιστρέψει την ιστορία από το ηλιόλουστο Λος Άντζελες στη μουντή Νέα Υόρκη, όταν ο έρωτας του Μπόμπι πέφτει σε αδιέξοδο. Η κάμερα «κόβει» στη γέφυρα του Μπρούκλιν κατά το σούρουπο, με την ίδια περίφημη γωνία λήψης που τη γνωρίσαμε στο «Μανχάτταν». Η επιστροφή στο γνώριμο παρελθόν για τον Γούντι δε θα μπορούσε ποτέ να είναι κάτι λιγότερο από μια βαθιά προσωπική υπόθεση.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ