Menu

Chevalier

Πέντε χρόνια αφότου γνώρισε διεθνή αναγνώριση με το «Attenberg» και με φρέσκο ακόμη το βραβείο καλύτερης ταινίας που κέρδισε στο πρόσφατο Φεστιβάλ του Λονδίνου, η Αθηνά Τσαγγάρη αποκαλύπτει επιτέλους στις αίθουσες τα παιχνιδιάρικα μυστικά του «Chevalier», υπογράφοντας με ευκολία την καλύτερη ελληνική δημιουργία της χρονιάς.

Ένα δαχτυλίδι με την αριστοκρατική σφραγίδα του Chevalier περιμένει όποιον στεφθεί νικητής σε ένα παράξενο παιχνίδι εξουσίας που γίνεται προοδευτικά όλο και πιο ανταγωνιστικό, όλο και πιο παράλογο. Επιδίδονται σε αυτό, με ξεχωριστό ζήλο και αφοσίωση, οι έξι αρσενικοί επιβάτες ενός σκάφους που πλέει στα χειμωνιάτικα νερά του Αιγαίου. Κανείς δεν θα πατήσει πόδι στη στεριά αν δεν προκύψει ένας και μοναδικός τροπαιοφόρος: εκείνος που, σύμφωνα με τη σύντομη περιγραφή-ζητούμενο του παιχνιδιού, θα υπερβεί τις δοκιμασίες που του βάζουν οι συμπαίκτες του και θα αποδειχτεί «ο καλύτερος γενικότερα»!

Έξι καλοβαλμένοι αστοί διαφορετικών ηλικιών και ασχολιών, καθένας από τους οποίους κουβαλά λίγο-πολύ και ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του αρσενικού ψυχισμού (τη ζηλευτή εξωτερική εμφάνιση, την επαγγελματική καταξίωση, την κατακτημένη από τον καιρό πείρα, αλλά και τον φόβο της αποτυχίας, τη μανία για επικράτηση, την αδυναμία προσαρμογής). Τους παρακολουθεί, με τη διαύγεια που χαρίζει η εξ αποστάσεως παρατήρηση, μια γυναίκα σκηνοθέτης. Οποιαδήποτε άλλη θηλυκή παρουσία βρίσκεται πεισματικά εκτός κάδρου. Όμως το γυναικείο βλέμμα παραμένει συνεχές, έστω και αόρατο. Κρυφοκοιτάζει έναν αποκλειστικά ανδροκρατούμενο μικρόκοσμο, επιχειρώντας να τον κατανοήσει μέσα από τους κώδικες και τα μυστικά του.

Με τη βοήθεια του Ευθύμη Φιλίππου («Κυνόδοντας», «Άλπεις», «Ο Αστακός») στο σενάριο, το «Chevalier» μοιάζει να διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τον ίδιο αποστασιοποιημένο και ελλειπτικό χαρακτήρα που μας έχει ήδη γίνει οικείος από τις ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου. Ακολουθεί μια στιλιστική πειθαρχία, αποκαλύπτει μόνο εν μέρει τις πλήρεις παραμέτρους της ιστορίας του και πλάθει για άλλη μια φορά ήρωες και περιστάσεις που βγάζουν απόλυτο νόημα μόνο όσο παραμένουν προσκολλημένα και αναπνέουν στο ιδιαίτερο σύμπαν τους.

Το «Chevalier» μετατρέπεται σε μια οξυδερκή φάρσα που δεν πασχίζει να περάσει «μεγάλα μηνύματα», αλλά αφήνεται να γοητευτεί από τις απρόσμενες εκδηλώσεις της ανθρώπινης κατάστασης και από τις εξαιρετικές επιδόσεις ενός θαυμάσιου επιτελείου ηθοποιών.

Επειδή, όμως, η Τσαγγάρη είναι μια λιγότερο ψυχρή περίπτωση σκηνοθέτη, έτσι και η ταινία της προσπερνά σχετικά εύκολα τους περιορισμούς μιας ανθρωπολογικής ματιάς και αποκτά την ελαφράδα και τις ανατροπές μιας κωμωδίας συμπεριφορών.

Οποιαδήποτε λανθάνουσα υποψία σασπένς ή κάποιας αδιευκρίνιστης απειλής που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να εκτροχιάσει τη δράση προς πιο σκοτεινές κατευθύνσεις, εδώ απουσιάζει για να δώσει τη θέση του στο χιούμορ και μια διακριτική πλην όμως διαρκώς παρούσα ειρωνεία. Ακόμα και οι χαρακτήρες, που αρχικά υποψιάζεται κανείς ότι θα παραμείνουν ελλιπείς για όλη τη διάρκεια του φιλμ, προοδευτικά αποκτούν υπόσταση και ταμπεραμέντο, οι μεταξύ τους σχέσεις έρχονται μεθοδικά στην επιφάνεια, οι δυναμικές τους προβάλλουν ξεκάθαρα.

Με βασικό εργαλείο τη λειτουργική φωτογραφία του Χρήστου Καραμάνη («Ιστορία 52», «Νορβηγία»), η Τσαγγάρη αξιοποιεί μοναδικά το ασφυκτικό σκηνικό ενός πολυτελούς γιοτ που πλέει στη μέση του πελάγους, ταυτόχρονα όμως αφοσιώνεται σε αυτό που την ενδιαφέρει περισσότερο: να κινηματογραφήσει πρόσωπα και σώματα μέσα σε έναν αυστηρά οριοθετημένο χώρο, να αποτυπώσει όσα βγαίνουν στην επιφάνεια όταν οι μάσκες υποχωρήσουν σιγά-σιγά και η ξενοιασιά του παιχνιδιού δώσει θέση στη ματαιοδοξία και τις ανεκδήλωτες ανασφάλειες που κρύβει καθένας.

Οικονομημένο αφηγηματικά, διασκεδαστικό και πνευματώδες, χωρίς να γίνεται στιγμή αφ' υψηλού ή εξυπνακίστικο,το «Chevalier» μετατρέπεται σε μια οξυδερκή φάρσα που δεν πασχίζει να περάσει «μεγάλα μηνύματα», αλλά αφήνεται να γοητευτεί από τις απρόσμενες εκδηλώσεις της ανθρώπινης κατάστασης και από τις εξαιρετικές επιδόσεις ενός θαυμάσιου επιτελείου ηθοποιών, πλήρως εναρμονισμένου στις απαιτήσεις της ιστορίας, σε τέλειο ερμηνευτικό συγχρονισμό μεταξύ των μελών του και με κορυφαίο έναν αβρό, μειλίχιο όσο και μακιαβελικό Γιώργο Κέντρο, στο ρόλο του άτυπου πατέρα και αρχιτελετάρχη σε ένα θίασο από παλιμπαιδίζοντες ενήλικους.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search