Menu

Χειμερία Νάρκη

Ο διάρκειας τριών ωρών και δεκαέξι λεπτών Χρυσός Φοίνικας των περσινών Καννών είναι μια ταινία που συζητήθηκε, άρεσε και δίχασε εξίσου. Ωρα να κάνει το ίδιο και στην ελληνική πρεμιέρα του. Το βέβαιο είναι πως κάθε συζήτηση, συμφωνία ή αντιπαράθεση που θα ακουστεί, θα αξίζει τον κόπο.

Όταν ανακοινώθηκε για πρώτη φορά ότι το όνομα του Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν είχε εξασφαλίσει θέση, με την καινούρια του ταινία, στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Καννών, πολλοί βιάστηκαν να προδικάσουν ότι ο φετινός Χρυσός Φοίνικας θα ήταν δικός του.

Η σκέψη δεν ήταν παράλογη. Όσες φορές έχει συμμετάσχει ο Τούρκος σκηνοθέτης στην αξιοσέβαστη διοργάνωση, έχει πάντα εγκαταλείψει την τελετή λήξης με κάποιο σημαντικό βραβείο. Οι ταινίες του, εν τω μεταξύ, απολαμβάνουν πάντα ισχυρής κριτικής υποστήριξης και με τον καιρό έχουν χτίσει για τον δημιουργό τους υψηλό καλλιτεχνικό προφίλ.

Θεωρητικά, λοιπόν, δεν υπήρχε λόγος για την πρόεδρο Τζέιν Κάμπιον και για τα υπόλοιπα μέλη της κριτικής επιτροπής να μην απονείμουν την μέγιστη διάκριση του Φεστιβάλ σε έναν από τους πιο πολυσυζητημένους σκηνοθέτες αυτή τη στιγμή, εκτός κι αν η ίδια η ταινία αποδεικνυόταν κατώτερη των προσδοκιών.

Η «Χειμερία Νάρκη» ασφαλώς και κέρδισε τελικά το ζηλευτό έπαθλο, κάτι που για πολλούς φαινόταν αναμφισβήτητο από τη στιγμή που έγινε η πρεμιέρα του, στη διάρκεια ενός από τα πιο πολύβουα μεσημέρια των Καννών.

Τρεις ώρες και δεκαέξι λεπτά χρειάστηκε ο Τζεϊλάν για να απλώσει στην οθόνη ένα βραδυφλεγές δράμα δωματίου πάνω στην σταδιακή υπαρξιακή κρίση που έρχεται να πλήξει έναν βολεμένο και μακάριο αστό, ιδιοκτήτη ενός ξενοδοχειακού θερέτρου στην Καππαδοκία.

Με εξαίρεση ελάχιστα εξωτερικά πλάνα, η επική διάρκειά του αφοσιωνόταν στο να παρακολουθεί ζευγάρια ανθρώπων να βυθίζονται σε λεκτικούς ποταμούς, τους οποίους ο σκηνοθέτης τοποθετούσε σε κλειστούς χώρους που έμοιαζαν με καταφύγια από τη βαρυχειμωνιά, αλλά και ως προστατευτικό κουκούλι από τις σκληρές πραγματικότητες του έξω κόσμου.

Με μια λιτότητα στο ύφος, που σπάνια έχει συνάντησει κανείς στο μέχρι τώρα έργο του Τζεϊλάν, ο σκηνοθετικός φακός εστιάζει σε ένα είδος κινηματογραφημένου θεάτρου, στο οποίο οι ήρωες συνδιαλέγονται ατελείωτα και σε βάθος, δοκιμάζοντας με τον τρόπο τους τα όρια μιας συνομιλίας.

Ανάμεσα στους θεατές που δήλωσαν εκστασιασμένοι από το μπεργκμανικών απόηχων φιλμ και σε εκείνους που βρήκαν την όλη εμπειρία της παρακολούθησής του δύσκολη, ως και ανώφελη, αυτό που απομένει είναι μια ταινία που μοιάζει με το φιλμικό αντίστοιχο ενός λογοτεχνικού magnum opus.

Ο Τζεϊλάν δουλεύει εξαιρετικά με τους ηθοποιούς και τις ατμόσφαιρές του, ρίχνει όμως υπερβολικά πολύ το βάρος του σε διαλογικά μέρη τα οποία μακρηγορούν και διανύουν κύκλους γύρω από τις ίδιες σημασίες, εκεί που θα μπορούσαν να είναι πιο περιεκτικά.

Από την άλλη, όμως, υπάρχει διάχυτη στην ταινία η αίσθηση ότι ένας σκηνοθέτης μεταχειριζόταν το όραμά του ακριβώς όπως θα ήθελε. Του έδινε σχήμα ασυμβίβαστο και αδιπραγμάτευτο. Του χάριζε χρόνο άπλετο και ελάχιστα ταιριαστό στις μέρες όπου οι γοργοκίνητες αφηγήσεις θεωρούνται όροι απαράβατοι σε μια ταινία.

Και, εν πάση περιπτώσει, επέστρεφε το κοινό σε ένα όχι πολύ μακρινό σινεφίλ παρελθόν, τότε που καμία μεγάλη διάρκεια δεν τρόμαζε, κανένας τελετουργικός ρυθμός δεν αποθάρρυνε και καμία νωχελικότητα δεν ενοχλούσε, αρκεί να χρησίμευαν για να στηρίξουν ένα ισχυρό φιλμικό οικοδόμημα.

Αυτή είναι, νομίζω, πλέον και η πραγματική σκοπιμότητα ενός κινηματογραφικού Φεστιβάλ (μια και το έφερε η κουβέντα): να προωθεί και να προστατεύει τέτοιες προσπάθειες απέναντι σε μια ολοένα και διογκούμενη αντίληψη περί σινεμά όπου οι χρόνοι πρέπει να είναι μετριασμένοι, τα λόγια λίγα, τα νοήματα ξεκάθαρα, η δράση καταιγιστική, οι εικόνες να έχουν τον πρώτο λόγο και όλα να μοιάζουν γνώριμα και τακτοποιημένα.

Η «Χειμερία Νάρκη» δεν είχε τίποτα από τα παραπάνω. Και παρ' όλο που σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί το αριστούργημα που πολλοί βιάστηκαν να αναγγείλουν, επιδεικνύει αρετές που σου ζητούν ευγενικά να του αφεθείς.

Η υπόσχεση είναι ότι στο τέλος θα εγκαταλείψεις ικανοποιημένος την αίθουσα. Όχι επειδή η ταινία τελείωσε. Αλλά επειδή για περισσότερες από τρεις ώρες έγινες μάρτυρας μιας πλήρως συνειδητοποιημένης επίκλησης σε ένα απαιτητικό μα και γενναιόδωρο σινεμά που πρέπει κανείς να υπερασπίζεται. Γιατί αλλιώς θα χαθεί για πάντα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ