Menu

Δέκα Ύποπτοι για Φόνο

Ο θάνατος ενός Έλληνα μεγιστάνα μοιάζει ύποπτος και η έπαυλη στην οποία ζει η οικογένειά του μετατρέπεται σε πεδίο έρευνας, την πρώτη κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου βιβλίου της Άγκαθα Κρίστι, που στέκεται με αμηχανία μπροστά στους αφηγηματικούς μηχανισμούς της.

Το «Crooked House» που κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία το 1949, ξεκινά με την είδηση του θανάτου του Αριστείδη Λεωνίδη, ενός Έλληνα μεγιστάνα, πρώιμη εκδοχή του Ωνάση,  που άφησε πίσω του μια μεγάλη περιουσία την οποία πρόκειται να μοιράσει στους απογόνους του, ανθρώπους πικρούς και δυστυχισμένους που ζουν εδώ και χρόνια κάτω από την ίδια τεράστια στέγη, παρά τη θέλησή τους. Η συνύπαρξη της νέας συζύγου, ενός πιθανού εραστή της και των παιδιών του ενισχύουν την πεποίθηση πως ο θάνατος του Λεωνίδη μπορεί να μην ήταν φυσικός και ένας νεαρός ντετέκτιβ, που ψάχνει την υπόθεση που θα τονώσει την αυτοπεποίθησή του, αναλαμβάνει να διαλευκάνει το μυστήριο.

Το βιβλίο, αν και συχνά συγκαταλέγεται στα καλύτερά της Κρίστι, δεν είχε ως τώρα μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Έστω και αν δεν περιλαμβάνει κάποιον από τους κλασικούς ήρωές της (τον Πουαρό ή τη Μαρπλ), το όνομα και μόνο της συγγραφέα ήταν ικανό να τραβήξει αρχικά ένα αξιοσέβαστο καστ (Γκλεν Κλόουζ, Τζίλιαν Άντερσον και Τέρενς Σταμπ μεταξύ άλλων) για να «ζωντανέψει» τις σκέψεις της. Παράλληλα όμως, εξακολουθεί να αποτελεί και ένα φόβητρο προς τον κάθε φέρελπι σκηνοθέτη που γνωρίζει ότι πίσω του υπάρχουν δεκάδες άλλες μεταφορές των έργων της και ψάχνει τρόπους να παρουσιάσει κάτι διαφορετικό ή να πατήσει σε πετυχημένες συνταγές. Ο Ζιλ Πακέ-Μπρενέρ («Sarah’s Key», «Σκοτεινός Τόπος») παγιδεύεται κάπου στη μέση, προσπαθώντας αρχικά να δημιουργήσει μια πιο μοντέρνα αφήγηση όμως στην πορεία παρατά μεγαλοπρεπώς το σχέδιό του και μοιάζει να εξαφανίζεται.

Υπάρχει μια διαρκής αμηχανία μετά τα πρώτα λεπτά της ταινίας, η οποία αφορά την παρακολούθηση της υπόθεσης. Ουσιαστικά, σκηνοθετική γραμμή δεν υφίσταται, με ένα σύνολο διαλόγων που δεν δίνει βάθος στους χαρακτήρες ούτε δημιουργεί αφηγηματικά επίπεδα, να εξυπηρετεί μόνο τον κορμό της πλοκής. Οι ηθοποιοί αφήνονται στην ελευθερία της υπερβολικής θεατρικότητας με πιθανό σκοπό μια σάτιρα της ανώτερης τάξης, αφού σε αυτήν ανήκουν οι χαρακτήρες, που γίνεται όμως χωρίς σχεδιασμό μέχρι να αρχίσει να επαναλαμβάνεται ενοχλητικά, ενώ ο Μαξ Άιρονς (που υποδύεται τον ντετέκτιβ) αναλώνεται σε συνεχείς εκφράσεις απορίας για τα όσα συμβαίνουν, ένα σύνολο από μικρά twists που διατηρούν ένα υποτυπώδες μυστήριο. 

Με τους τίτλους τέλους έρχεται και το ερώτημα για το τί πήγε στραβά. Το υλικό μπορούσε να δώσει ένα πολύ καλύτερο αποτέλεσμα, όμως η διασκευή πάνω στο έργο της Κρίστι φαίνεται να έγινε στο πόδι, καθώς το σενάριο που δημιουργήθηκε δε μπόρεσε να αρπάξει λίγο από το χιούμορ ή τους περιπαικτικούς μηχανισμούς που συνήθιζε η δαιμόνια συγγραφέας. Η ταινία πέφτει στην ευκολία μιας κεντρικής ιδέας ότι ένα σύνολο πλουσίων είναι ικανό να αλληλοσφαγιασθεί όταν βρεθεί στον ίδιο χώρο, όμως δεν έχει τα κότσια να γίνει δηκτική, μπαίνοντας έτσι στη στοίβα των διασκευών της Κρίστι που θα ξεχάσουμε γρήγορα.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search