Menu

Ένα Περιστέρι Έκατσε Σε Ένα Κλαδί Συλλογιζόμενο την Ύπαρξή Του

Το Χρυσό Λιοντάρι Καλύτερης Ταινίας του φετινού Φεστιβάλ Βενετίας διάλεξε να βραβεύσει καθόλου άδικα την επιστροφή πίσω από την κάμερα ενός από τους πιο σημαντικούς και ιδιαίτερους σκηνοθέτες στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή ο οποίος έρχεται, έπειτα από απουσία επτά ετών, να βάλει κατακλείδα σε μια αξέχαστο κινηματογραφικό τρίπτυχο πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση.

Οι αραιές παρουσίες του Ρόι Άντερσον στο σινεμά, με μόλις πέντε δημιουργίες μεγάλου μήκους από το 1970 μέχρι σήμερα, επιβεβαιώνουν ότι ο 71χρονος Σουηδός επιστρέφει στην καρέκλα του σκηνοθέτη μόνο όταν θεωρεί ότι υπάρχει σημαντικός λόγος και όταν νιώσει ότι είναι πανέτοιμος να διατυπώσει επακριβώς αυτό που έχει στο μυαλό του.

Με το καινούργιο του φιλμ, ο Άντερσον ολοκληρώνει μια άτυπη τριλογία την οποία ξεκίνησε το 2000 με το «Τραγούδια από το Δεύτερο Όροφο» και συνέχισε το 2007 με το «Εσείς οι Ζωντανοί», ακολουθώντας και πάλι τις ίδιες στιλιστικές κατευθυντήριες που είχε χαράξει νωρίτερα με αυτές τις θαυμάσιες ταινίες.

Όπως τα δυο προηγούμενα μέρη της τριλογίας, έτσι και το «Περιστέρι» δεν ακολουθεί κάποια σαφή αφηγηματική γραμμή, δεν διηγείται μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος και δεν έχει ξεκάθαρους χαρακτήρες ή ευδιάκριτους ήρωες, εκτός κι αν θεωρήσουμε ως κάτι τέτοιο το ζευγάρι των αξιοθρήνητων πλανόδιων πωλητών που μπαινοβγαίνουν άτακτα στην πλοκή, χωρίς να την επηρεάζουν. Υπηρετεί, ωστόσο, ένα πολύ συγκεκριμένο και απολύτως προσωπικό κινηματογραφικό σύμπαν.

Πρόκειται για έναν απρόβλεπτο και κωμικοτραγικό φιλμικό κόσμο, αυστηρά οριοθετημένο σε αισθητικό επίπεδο, φτιαγμένο από σκυθρωπές ανθρώπινες φιγούρες που μοιάζουν να υπνοβατούν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, επαναλαμβανόμενα μοτίβα (όπως η αναπαραγωγή ενός μουσικού θέματος ή μιας φράσης) και σύντομες βινιέτες, οι περισσότερες από τις οποίες παραμένουν ασύνδετες μεταξύ τους, και απλωμένο σε μια σειρά από ακίνητα πλάνα που σφύζουν από την ένταση την οποία δημιουργεί η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στο σοβαρό και το αστείο.

Πιστός στη φόρμα που μας έχει συστήσει από το παρελθόν, ο Άντερσον ακινητοποιεί κι εδώ την κάμερά του σε κάποια γωνιά και αφήνει να εκτυλιχθεί μπροστά της μια ολόκληρη σκηνή πολλαπλής δράσης και λεπτομέρειας, πλήρως χορογραφημένη στην εξέλιξή της, μελετηρά κατασκευασμένη και πλαισιωμένη μονίμως από πανέμορφες σκηνογραφικές συνθέσεις.

Μέσα στις σεκάνς αυτές, που για να λειτουργήσουν χρειάζονται το βλέμμα του θεατή να μην επαναπαυτεί σε όσα βλέπει μπροστά του αλλά να περιπλανηθεί στο υπόλοιπο πλάνο, ο σκηνοθέτης συλλαμβάνει τη ζωή ως μια εναλλαγή από παραδοξότητες και ιλαροτραγωδίες, την ανθρώπινη ύπαρξη ως μια ατέρμονη αναμέτρηση με το παράλογο και το αντίξοο, την καθημερινότητα ως μια αλληλουχία από δοκιμασίες, διαψεύσεις, αλλά και σύντομες στιγμές επιφοίτησης.

Γεμάτο θαυμάσια αυτόνομα στιγμιότυπα, απολαυστικά άλματα στον σουρεαλισμό και τη φάρσα και επεισόδια που κατορθώνουν σχεδόν πάντοτε να συνδυάσουν το κοινότοπο με το πρωτόγνωρο και το σύνηθες με το αλλόκοτο, το «Περιστέρι» κατοικεί σε ένα κόσμο που προηγουμένως έχουν βαδίζει με τον δικό τους τρόπο ο Ζακ Τατί, ο Σάμιουελ Μπέκετ, οι Μόντι Πάιθον και ο Λουίς Μπουνιουέλ.

Το ότι δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τις δυο υπόλοιπες ταινίες της τριλογίας οφείλεται, παρ’ όλα αυτά, στον ίδιο τον Άντερσον. Ο σκηνοθέτης έφτιαξε ένα σινεμά πολύ συγκεκριμένο και δεν θέλησε για ακόμη μια φορά να απομακρυνθεί ούτε βήμα από αυτό, δημιουργώντας αναπόφευκτα συγκρίσεις με τις προηγούμενες κινηματογραφικές του επισκέψεις και καταλήγοντας να αναμετρηθεί στο τέλος με τον εαυτό του. Και να βγει χαμένος στα σημεία.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ