Menu

Έβδομος Γιος

Τζεφ Μπρίτζες και Τζούλιαν Μουρ ανταμώνουν ξανά μετά τον «Big Lebowski» σε μία άτολμη νεανική περιπέτεια φαντασίας, η οποία αλυσοδένεται (χωρίς καθόλου φαντασία) στα στερεότυπα του εκλεκτού σωτήρα και της μάχης ανάμεσα στον έρωτα και το καθήκον.

18ος αιώνας: Η μάχη των ανθρώπων με το υπερφυσικό στοιχείο κλιμακώνεται, καθώς ο Δάσκαλος Γκρέγκορι (Τζεφ Μπρίτζες) έχει ελάχιστο χρόνο προτού μυήσει στα απόκρυφα μυστικά της μαύρης μαγείας τον νέο του μαθητευόμενο Τομ Γουόρντ (Μπεν Μπαρνς), τον έβδομο γιο ενός έβδομου γιου, ώστε να αντιμετωπίσουν την πανίσχυρη μάγισσα Μητέρα Μάλκιν (Τζούλιαν Μουρ).

Η καθοριστική κόκκινη πανσέληνος πλησιάζει και η Μάλκιν συγκεντρώνει γύρω της τους κορυφαίους σκοτεινούς ακολούθους της, όμως η έκβαση της μάχης θα σημαδευτεί από τον έρωτα του Τομ για την Άλις (Αλίσια Βικάντερ), μία πανέμορφη νεαρή που δεν είναι αυτό που φαίνεται.

Τζεφ Μπρίτζες και Τζούλιαν Μουρ ανταμώνουν και πάλι μετά τον καλτ «Big Lebowski» των αδερφών Κοέν, σε μία νεανική περιπέτεια φαντασίας που βασίζεται στον «Μαθητευόμενο του Σπουκ», το πρώτο μιας σειράς διηγημάτων του Βρετανού Συγγραφέα Τζόζεφ Ντιλέινι υπό τον τίτλο «The Wardstone Chronicles».

Σε τούτη τη συνάντηση των δύο δημοφιλών πρωταγωνιστών, παρευρίσκονται επίσης ο δις υποψήφιος για Όσκαρ Ντζίμον Χούνσου («Ματωμένο Διαμάντι») καθώς και ο Τζον Σνόου του «Game of Thrones», Κιτ Χάρινγκτον.

Παρά τα δυνατά ονόματα στο καστ και την παρουσία του Ρώσου σκηνοθέτη Σεργκέι Μποντρόφ (γνωστός από τις υποψήφιες για ξενόγλωσσο Όσκαρ ταινίες «Αιχμάλωτος του Καυκάσου» και «Mongol»), η ταλαιπωρημένη από αναβολές παραγωγή του «Seventh Son» επενδύει σε γνώριμα μοτίβα, αρχής γενομένης από αυτό του εκλεκτού σωτήρα (που αφηγήθηκε σε ασύγκριτη πληρότητα η σειρά ταινιών «Harry Potter»), για να καταλήξει σε εκείνα των υπερτονισμένων συμβολισμών (ο αριθμός 7 ορίζει τον Εκλεκτό) και φυσικά της μάχης ανάμεσα στον έρωτα και το καθήκον.

Ό,τι προκύπτει, ωστόσο, από ακόμα μία χολιγουντιανή ταινία ενός μη-αγγλόφωνου σκηνοθέτη που χάνεται στη μετάφραση, είναι μία ιστορία με καλοδεχούμενη επίστρωση (βλ. ειδικά εφέ), αλλά δίχως αυθεντικές εκπλήξεις για το εφηβικό κοινό στο οποίο απευθύνεται.

Μάλιστα, ακριβώς επειδή αδυνατεί (για λόγους καταλληλότητας ως προς το παραπάνω κοινό) να αφεθεί στις θεματικές επιταγές της ώστε να γίνει αρκετά σκοτεινό ή τρομακτικό, το «Seventh Son» ρέπει ηθελημένα προς την ασφαλή οδό της περιπέτειας, χωρίς ωστόσο να κουβαλά στα σπλάχνα της ιστορίας του την απαραίτητη δόση δράσης.

Προς την κατεύθυνση αυτή δε βοηθούν άλλωστε ούτε οι βασικοί χαρακτήρες που είναι εξαρχής αρκετά διάφανοι ως προς τις προθέσεις ή προδιαθέσεις τους, ούτε οι αξιοπρεπείς ερμηνείες των Μουρ και Μπρίτζες, οι οποίοι παρότι λειτουργούν διεκπεραιωτικά, αρκούν για να απομακρύνουν από την αυτόματη λήθη μία παραγωγή που χωρίς αυτούς λίγα χρόνια μετά θα μπερδευόταν με άσημους ανταγωνιστές του είδους σαν τον «Υποψήφιο Μάγο» (2010).

Ενδεικτική πάντως των μεσοβέζικων ή ακατανόητων επιλογών που ορίζουν το «Seventh Son» είναι η μεταφορά της δράσης από την ατμοσφαιρική και πλούσια σε «υπερφυσική» μυθολογία βρετανική επαρχεία (όπου εκτυλίσσεται το πρωτότυπο υλικό του Ντιλέινι) σε κάποιο απροσδιόριστο, μεσαιωνικής αισθητικής χωριό. Ακόμα μία επιλογή, δηλαδή που μένει αδικαίωτη, από τη στιγμή που δε συνεισφέρει κάτι στο σύμπαν της ταινίας.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search