Menu

Free to Run

Η άγνωστη ιστορία του τρεξίματος από τη δεκαετία του ’60 και μετά, ξετυλίγεται ως πολιτική δήλωση, ως πεδίο ανατροπής των ανισοτήτων μεταξύ των φύλων, αλλά και μία ολοένα και πιο λαοφιλή έκφραση άσκησης που προοδευτικά έμελλε να λάβει κινηματικό χαρακτήρα. Το ντοκιμαντέρ του Πιέρ Μοράθ μας επανασυστήνει με το πάθος εκατομμυρίων ανθρώπων στον κόσμο και τις διαστάσεις του οι οποίες ξεπερνούν κατά πολύ το πλαίσιο της άθλησης.

Στην εγγενή ροπή του ανθρώπου στο τρέξιμο, είτε ως αρχέγονη ανάγκη επιβίωσης είτε ως έκφραση ελευθερίας, οι τελευταίες δεκαετίες ήρθαν να καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο η αθλητική πλευρά τούτης της δημοφιλέστατης σήμερα δραστηριότητας θα εξελισσόταν σε μέσο διεκδίκησης ελευθεριών, σπάσιμο κοινωνικών ταμπού και ταυτόχρονα μία μορφή επανακατάληψης του αστικού τοπίου. Κι αν οι παραπάνω κατακτήσεις σας ακούγονται παράδοξες ή ξένες με το τρέξιμο, δεδομένης της απλότητάς του ως δραστηριότητα αλλά και της εξοικείωσής μας με την εικόνα ενός ανθρώπου που τρέχει (χωρίς κάτι να τον κυνηγά), το ντοκιμαντέρ του Πιέρ Μοράθ έρχεται να σας ανατρέψει όσα νομίζατε πως ξέρατε γι αυτό.

Προσανατολισμένο αρχικά στο κάθε άλλο παρά διαδεδομένο χόμπι του τρεξίματος κατά τα χρόνια εκείνα, πριν επικεντρωθεί στις άγνωστες πτυχές της σύγχρονης ιστορίας των μαραθώνιων αγώνων, το «Free to Run» επιχειρεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αναδρομή στην άγνωστη ιστορία του κινήματος του τρεξίματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του ’60.

Σημαντικές ιστορίες ανθρώπων που ενεπλάκησαν καθοριστικά με το άθλημα ξετυλίγονται εδώ, μέσα από πλούσιο αρχειακό υλικό και συνεντεύξεις. Όπως η Μπόμπι Γκιπ, η πρώτη γυναίκα που έτρεξε ποτέ σε μαραθώνιο. Ή η Κάθριν Σουίτζερ, που σηματοδότησε την πρώτη επίσημη γυναικεία συμμετοχή σε μαραθώνιο το ’67 πριν εξελιχθεί σε «πρέσβειρα» της ισότιμης συμμετοχής των γυναικών στο αγώνισμα. Μέχρι φυσικά τον Ελβετό Νοέλ Ταμινί, ιδρυτή του Spiridon, του πρώτου περιοδικού στον κόσμο για το τρέξιμο που πήρε το όνομά του από τον Σπύρο Λούη, και βέβαια τον Στιβ Πριφοντέν, τον ρέκορντμαν Αμερικανό δρομέα που πριν τον πρόωρο χαμό του στην ηλικία των 24 πρόλαβε να γίνει σταρ και να πρωτοστατήσει στη διεκδίκηση επαγγελματικών προδιαγραφών για τους δρομείς.

Στο «Free to Run», το τρέξιμο παρουσιάζεται μακριά από το αρχέγονο παρελθόν του, στη σύγχρονη μορφή του και ιδίως στις διάφορες διαστάσεις που εξέλαβε στο συλλογικό ασυνείδητο. Έτσι, το βλέπουμε να διαμορφώνεται σε πεδίο ανατροπής των ανισοτήτων μεταξύ των δύο φύλων και αμφισβήτησης της υπερσυντηρητικής ηγεσίας του αθλήματος, ως πολιτική δήλωση, σε μία ολοένα και πιο λαοφιλή έκφραση άσκησης που προοδευτικά λάμβανε έναν κάποιου τύπου κινηματικό χαρακτήρα, και ταυτόχρονα ως μία καπιταλιστικού τύπου διαδικασία γιγάντωσης (και ως εκ τούτου εκφυλισμού), μέσα στο πλαίσιο του εμπορευματοποιημένου αθλητισμού. Μέσω του συγκεκριμένου αθλήματος, άλλωστε, ξεπετάχτηκε από το Όρεγκον ο μετέπειτα κολοσσός αθλητικών ειδών Nike, και με αφορμή τους μαραθώνιους στις διάφορες μεγαλουπόλεις (βλ. πρώτη και καλύτερη τη Νέα Υόρκη) στήθηκε ένας μηχανισμός εκατομμυρίων δολαρίων.

Εκεί όμως έγκειται και η ευστοχία του «Free to Run», καθώς καταφέρνει να προσελκύσει (έως και να συγκινήσει) ακόμα και τους αμύητους με το τρέξιμο θεατές μέσα από συναισθηματικά παλλόμενες αφηγήσεις, αλλά και να υπογραμμίσει διακριτικά τον κίνδυνο κάθε κινήματος ή επανάστασης (εντός ή εκτός εισαγωγικών) να σχηματοποιηθεί εν τέλει στο απλώς μετασχηματισμένο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό καλούπι που αρχικά σκόπευε να σπάσει.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ