Menu

Fury

Ο σεναριογράφος του «Ημέρα Εκπαίδευσης» και σκηνοθέτης του «End of Watch» εκτελεί με δεξιοτεχνία μια παλιομοδίτικη περιπέτεια γύρω από την αποστολή αυτοκτονίας ενός πενταμελούς πληρώματος σε τανκ του Αμερικανικού στρατού το οποίο διασχίζει τα μέτωπα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Σκηνοθέτης και σεναριογράφος, ο οποίος αντλεί τις ιδέες για όλες τις μέχρι τώρα δουλειές του από τις απροσδόκητες δυναμικές που δημιουργούνται μεταξύ αντρών υπό συνθήκες κινδύνου και εξαιρετικής πίεσης και από την σαρωτική επίδραση της βίας επάνω στον αρσενικό ψυχισμό, ο Ντέιβιντ Άγιερ ήταν μάλλον λογικό να μεταφέρει κάποια στιγμή την προβληματική του σε έναν τυπικά αιματηρό και ανδροκρατούμενο κόσμο όπως είναι ο πόλεμος.

Στο καλογυρισμένο και ρεαλιστικά δοσμένο «Fury», χρόνος δράσης είναι ο Απρίλης του 1945, ως ντεκόρ χρησιμεύουν τα λασπωμένα και σπαρμένα με πτώματα εδάφη της Γερμανίας λίγο πριν την εκπνοή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Ήρωές του είναι πέντε Αμερικανοί στρατιώτες, οι οποίοι ανοίγουν με ένα τανκ δρόμο μέσα από αχανή στρέμματα γης και μισογκρεμισμένες πόλεις, πασχίζοντας να επιβιώσουν και να διατηρήσουν όση ανθρωπιά και σύνεση τούς απομένει απέναντι στον αδιάκοπο παραλογισμό που συναντούν γύρω τους.

Το σκηνικό μάς είναι, ασφαλώς, οικείο από αμέτρητες άλλες ταινίες του παρελθόντος, όπως γνώριμο μας είναι και το σεναριακό εύρημα που βάζει έναν φοβισμένο νεοσύλλεκτο να γίνεται εύκολο σημείο ταύτισης για τους θεατές και ξεναγός του κοινού στις όσες αγριότητες θα εκτυλιχθούν στη διάρκεια του φιλμ.

Σκιαγραφώντας με προσοχή τη σχέση πατέρα-γιου που δημιουργείται ανάμεσα στον δειλό αυτό νεαρό (ο συμπαθής Λόγκαν Λέρμαν) και τον σκληροτράχηλο διοικητή (ο στιβαρός Μπραντ Πιτ) που θα δρομολογήσει την όσο το δυνατόν γρηγορότερη μεταμόρφωσή του από αγόρι σε άντρα και από ένα νωθρό παιδαρέλι σε μια φονική μιλιταριστική μηχανή, ο Άγιερ τοποθετεί στην καρδιά της ταινίας του μια παλαιάς κοπής ιστορία εξαναγκασμένης ενηλικίωσης και απώλειας της αθωότητας, δίχως να αγνοεί τις πιο ηρωικές και macho παραμέτρους της.

Φορτωμένο αρετές σε τεχνικό επίπεδο, το «Fury» δεν προσθέτει κάτι καινούργιο στην κινηματογραφικό είδος που επικαλείται. Προσπαθεί, όμως, πολύ και καταφέρνει να συνοψίσει όχι μόνο ένα μέρος από την σύνθετη ψυχοπαθολογία ενός πολέμου, αλλά και να επιχειρήσει μια όσο το δυνατόν πιο αληθοφανή αναπαράστασή του.

Ο εκκωφαντικός θόρυβος των εκρήξεων, οι φωνές αγωνίας και πανικού των στρατιωτών, ο βρυχηθμός των μηχανών και τα σφυρίγματα των σφαιρών έρχονται να γίνουν μέρη μιας εφιαλτικής οπτικοακουστικής συμφωνίας του χαμού, την οποία θαυμάζεις με τρόμο και δέος.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search