Menu

Get On Up

Με βασικό παραγωγό της τον Μικ Τζάγκερ, έναν από τους πιο σταθερούς θαυμαστές του τραγουδιστή, ζωηρή σκηνοθετική καθοδήγηση από τον Τέιτ Τέιλορ των «Υπηρετριών» και διάθεση να διαφοροποιηθεί από τη μέση χολιγουντιανή βιογραφία, η κινηματογραφική μεταχείριση της ζωής και της καριέρας του Τζέιμς Μπράουν πετυχαίνει στα σημεία όσα δυσκολεύεται να κερδίσει ως σύνολο.

Επεισοδιακή στη δομή της, χωρίς συμβατική αφηγηματική γραμμή, γεμάτη άτακτα χρονικά άλματα και με ευπρόσδεκτα (αν και όχι πάντα χρήσιμα) ευρήματα, όπως αυτό όπου ο ήρωας σπάει τακτικά τον αόρατο «τέταρτο τοίχο» και απευθύνεται με ένα νεύμα ή μια ατάκα του στους θεατές, το «Get on Up» φροντίζει από πολύ νωρίς να δηλώσει τις προθέσεις του.

Θα προσπαθήσει να είναι ένα όσο το δυνατόν πιο αντισυμβατικό βιογραφικό δράμα και θα αποπειραθεί να έρθει κοντά στο πνεύμα και στη δυναμική της τέχνης που πρέσβευε ο περίφημος Νονός της σόουλ, επιχειρώντας ένα κολάζ από στιγμιότυπα ζωής του θρυλικού καλλιτέχνη, εντός και εκτός της μουσικής σκηνής που τον έκανε διάσημο και φιλοξένησε τις πάμπολλες πρωτοπορίες του.

Για κάθε καινοτομία που εισάγει σκηνοθετικά και σεναριακά το φιλμ, υπάρχει παρ' όλα αυτά και μια αντίρρηση. Μεγαλύτερη όλων; Ο Τζέιμς Μπράουν αναδεικνύεται μέσω του φιλμ ως ένα ανθρώπινο παζλ, γεμάτο συζητήσιμες αντιθέσεις και γοητευτικές παραδοξότητες, την πλήρη εικόνα του οποίου δεν θα μπορέσουμε να δούμε.

Φτιαγμένος από κομμάτια αναμνήσεων και βιώματα, ραμμένος από ετερόκλητα και αμφιλεγόμενα στοιχεία, ο χαρισματικός τραγουδιστής που βρίσκεται στο επίκεντρο της ταινίας παραμένει μέχρι τέλους μια κινούμενη αντίφαση, αλλά και ένας χαρακτήρας τον οποίο δεν θα κατανοήσουμε ποτέ στην ολοκληρία του.

Κανένας από τους δύο σεναριογράφους του φιλμ δεν καταφέρνει να μεταδώσει, επιπλέον, τον κατακλυσμιαίο αντίκτυπο που είχε ο Μπράουν στον ψυχισμό και στα αιτήματα της Αφροαμερικανικής κοινότητας των ημερών του '60 και του '70, μόνο ελάχιστα υπονοεί τον στενό σύνδεσμο της μουσικής και της προσωπικότητάς του με το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεσουράνησε και διστάζει στο να διευκρινίσει αν η σαρωτική παρουσία του δαιμόνιου αυτού performer στάθηκε αποτέλεσμα έμφυτου ταλέντου, εξωτερικών ερεθισμάτων ή προσεκτικής καλλιέργειας.

Ευτυχώς, όμως, που για κάθε ελάττωμα του φιλμ, για κάθε απλοϊκότητα και βιασύνη του, έρχονται εν μέρει να αποζημιώσουν μια χούφτα υπερκινητικών και παλλόμενων σκηνών οι οποίες κατορθώνουν να μεταδώσουν στο κοινό κάτι από την εκστατική εμπειρία μιας ζωντανής εμφάνισης του Τζέιμς Μπράουν.

Και πάνω απ' όλα βρίσκεται η παθιασμένη ερμηνεία του Τσάντγουικ Μπόσμαν, άξια να βρει μια θέση στις υποψηφιότητες των επερχόμενων Όσκαρ, μέσω της οποίας ο 42χρονος ηθοποιός καταφέρνει όχι απλά να αναπαραστήσει τον τραγουδιστικό και μουσικοχορευτικό τυφώνα που ήταν ο Μπράουν (πράγμα από μόνο του δύσκολο), αλλά και να εξωτερικεύσει τις ενδότερες παρορμήσεις του, τις πάμπολλες κυκλοθυμίες και εγωμανίες του, τις στιγμές μεγαλείου πλάι σε εκείνες της παρακμής του.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search