Menu

Για Πάντα

Σε μία γκρίζα Αθήνα, ο Κώστας, ένας ηλεκτροδηγός του τρένου, θα ερωτευθεί την Άννα, μία γυναίκα που μεταφέρει καθημερινά από το σπίτι στη δουλειά της. Η Μαργαρίτα Μαντά επιστρέφει πέντε χρόνια μετά τη «Χρυσόσκονη» και υπογράφει με το «Για Πάντα» ένα ερωτικό γράμμα για μία πόλη και τους ανθρώπους της.

Πόλις είναι οι άνθρωποί της. Κάποτε στην Αθήνα υπήρχαν ποτάμια που με τα χρόνια σκεπάστηκαν. Έγιναν δρόμοι. Μέσα σε έναν ορυμαγδό εργολαβικής επιδρομής, η πόλη έγινε αφύσικα γκρι και οι άνθρωποί της βυθίστηκαν στη θλίψη. Υπάρχει περιθώριο ρομαντισμού; Η Μαργαρίτα Μαντά απαντά πως οι άνθρωποι δεν έπαψαν να αγαπούν και μέσα από το «Για Πάντα» αποφαίνεται με κινηματογραφική λιτότητα.

Η Άννα (Άννα Μάσχα) και ο Κώστας (Κώστας Φιλίππογλου) είναι δύο άνθρωποι που ζουν μόνοι, μέσα σε μία πόλη που αφορίζει την κοινωνικοποίηση. Εκείνη είναι πωλήτρια σε εκδοτήριο ακτοπλοϊκών εισιτηρίων στον Πειραιά και εκείνος ο οδηγός που τη μεταφέρει καθημερινά. Με ιδιαίτερο γνώρισμα την αξιοπρέπειά τους, η Άννα προσπαθεί να διαφυλάξει την τακτοποιημένη της ρουτίνα και ο Κώστας αποφασίζει να άρει τη μοναχικότητά του.

Μέσα σε ένα αστικό ταμπλό βιβάν, ο Κώστας φαντάζεται πως το τρένο που οδηγεί είναι ένα σύγχρονο σύμβολο ροής, αντίστοιχο με ένα ποτάμι. Το τρένο ξεκινά από το βορρά και καταλήγει στη θάλασσα, διασχίζοντας την έρημη πόλη. Στο «Για Πάντα» η Αθήνα είναι ο καταλύτης των ανθρώπινων σχέσεων και οι ήχοι της πόλης είναι η μουσική της ταινίας.

Η Μαργαρίτα Μαντά με σπουδαίο αρωγό τον Κωστή Γκίκα στη φωτογραφία, κινηματογραφεί μία αποχρωματισμένη πόλη που επιβάλλει στους πολίτες της να νιώθουν γκρι και παρακολουθεί την προσπάθεια δύο ανθρώπων να συνδιαλλαγούν. Χαμηλότονα μα ουσιαστικά.

Επιλέγει συνειδητά τη σιωπή σε πολλά πλάνα της, αλλά έτσι δίνει έμφαση στις φιγούρες και τα πρόσωπα των χαρισματικών πρωταγωνιστών της που περιπλανιούνται σε μία πόλη, όπου τα ίχνη των αιώνων βρίσκονται διάσπαρτα και τεκμηριώνουν την πολιτισμική της φυσιογνωμία.

Παράλληλα αποτίει φόρο τιμής σε ένα σινεμά «δασκάλων» όπως ο Ντράγιερ, ο Αντονιόνι και ο Αγγελόπουλος. Ειδικά με τον τελευταίο τη συνέδεε προσωπική και επαγγελματική φιλία.

Η σεναριακή «οικονομία» μπορεί να μοιάζει άβολη στο σύγχρονο κοινό και η ιστορία της ταινίας να εξαντλείται σε μία συγκεκριμένη ιδέα, αλλά στο τέλος οι δύο πρωταγωνιστές θα βρεθούν αντιμέτωποι και ο λόγος θα κυλήσει σαν ποτάμι.

Γιατί σκοπός και των δύο δεν είναι η σιωπή, ούτε η μοναξιά. Σκοπός τους είναι να βρουν ανταπόκριση και να μοιραστούν μία υπόσχεση που μπορεί να κρατήσει για πάντα. Και εκεί είναι που η ταινία ολοκληρώνεται με θέρμη, αγκαλιάζοντας το φως μίας καινούριας μέρας, μίας καινούριας αρχής.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ