Menu

Gold

Ένας και πάλι αγνώριστος Μακόναχι υποδύεται τον χρυσοθήρα που πείθεται και πείθει άπαντες πως έχει χτυπήσει φλέβα χρυσού στην Ινδονησία. Εμπνευσμένο από το κολοσσιαίο χρηματιστηριακό σκάνδαλο της Bre-X Minerals στα ‘90s, το νέο φιλμ του Στίβεν Γκέιγκαν («Syriana») διαθέτει αναμφίβολα αφηγηματικά θέλγητρα, τουλάχιστον για όσο κινείται στη σφαίρα του εταιρικού θρίλερ, μέχρι που ένα φινάλε αψυχολόγητα ανατρεπτικό και ηθικά έωλο αλλάζει άρδην την όποια ανάγνωση.

Σκηνοθέτης του «Syriana» και βραβευμένος με Όσκαρ σεναριογράφος του «Traffic», ο Στίβεν Γκέιγκαν περίμενε δέκα και πλέον χρόνια για την επόμενη, αναμενόμενα ισχυρής πολιτικής χροιάς ταινία του. Με το «Gold» επιστρέφει και πάλι με μια δική του εκδοχή υπαρκτών καταστάσεων που έχουν τη ρίζα τους σε δομικές στρεβλώσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Έτσι, το φιλμ μας εδώ «εμπνέεται» (και ουχί βασίζεται) από το χρηματιστηριακό σκάνδαλο της καναδικής Bre-X Minerals, όταν ο χρυσοθήρας Ντέιβιντ Γουόλς και ο γεωλόγος συνεργάτης του ισχυρίστηκαν πως βρήκαν τεράστια κοιτάσματα χρυσού στην Ινδονησία, εκτοξεύοντας τη μετοχή της εταιρείας τους στο θεό, πριν την πάρει ο διάολος όταν ο θησαυρός αποδείχθηκε άνθρακας.

Στο «Gold», ο Ντέιβιντ Γουόλς γίνεται Κένι Γουέλς, όπου τον ενσαρκώνει ένας και πάλι αγνώριστος Μακόναχι. Και η ιστορία του Κένι περιλαμβάνει πρώτα και πριν απ’ όλα ένα εμμονικό όνειρο να βρει χρυσό παρέα με τον γεωλόγο Μάικ Ακόστα (ο Έντγκαρ Ραμίρεζ της σειράς «Κάρλος»), προκειμένου να κάνει την (εν προκειμένω αμερικανική) εταιρεία που έχτισε ο πατέρας του, κραταιά στο χώρο της βιομηχανίας εξορύξεων.

Από ταινία που αντλεί έμπνευση από μια απάτη δισεκατομμυρίων και που την υπογράφει ένας σκηνοθέτης με οξυμένες πολιτικές προσλαμβάνουσες, (θυμηθείτε τόσο το σκληροτράχηλο φιλμ του Σόντερμπεργκ όσο και το περίπλοκο αλλά απολύτως ενδεικτικό του χρόνιου μεσανατολικού μπάχαλου «Syriana») θα αναμέναμε αν μη τι άλλο αποφασιστικότητα στη στόχευση και την οξύτητα της γραφής της. Ομολογουμένως, στο «Gold» δε θέλει πολύ προσπάθεια ώστε να παρασυρθεί ο θεατής στη δίνη ενός ανελέητου εταιρικού πολέμου, ενώ στο dna της ταινίας καθίσταται εξίσου ξεκάθαρο, όσο π.χ. και στο «Λύκο της Wall Street», το οικονομικό αξίωμα που θέλει την προοπτική και μόνο υψηλού κέρδους να γεννά αυτομάτως όλο και περισσότερο χρήμα.

Δε θα ήταν παράλογο επίσης να ισχυριστεί κάποιος πως πρόκειται για ένα φιλμ που σε τελική ανάλυση μιλά για τον τζόγο και τον εθισμό της δύναμης, ενώ το ίδιο το δραματικό του ξεδίπλωμα που φτάνει ως το εταιρικό-πολιτικό θρίλερ, διαθέτει αναμφίβολα αφηγηματικά θέλγητρα. Επιπλέον, πίσω απ’ τη σχεδόν παλιομοδίτικη φιγούρα του Κένι Γουέλς που φέρεται να πορώνεται περισσότερο με τον ίδιο το χρυσό παρά με το χρήμα, ενσαρκώνεται ο αμερικανικός επιχειρηματικός μύθος που θέλει ένα παθιασμένο όραμα και μερικά «τελευταία» δολάρια στην τσέπη να αρκούν για να χτίσουν αυτοκρατορία.

Με όχημα τον Μακόναχι που ξέρει να στηρίζει ερμηνευτικά τις ιδιαίτερες κινηματογραφικές μεταμορφώσεις του (κι ας μοιάζει εδώ με ένα υβρίδιο του χρηματιστή που υποδύθηκε στο «Λύκο» και του ολίγον φευγάτου χαρακτήρα του στο «True Detective»), ο θεατής του «Gold» βρίσκεται απέναντι σε διαρκές δίλημμα ως προς το ποιόν του Γουέλς, τον οποίο οι στροφές της ιστορίας τον φέρνουν πότε στα τάρταρα και πότε καβάλα στ' άλογο. Έχουμε να κάνουμε άραγε με κάποιο πλανεμένο θύμα του ίδιου του του ονείρου, με έναν άπληστο ψωροπερήφανο που θα τα παίζει εσαεί όλα για όλα, ακόμα κι αν κινδυνεύει να χάσει τα πάντα και να καταστρέψει μια καλή και δοτική σχέση με τη γυναίκα του, ή μήπως με έναν κοινό απατεώνα;

Η εξέλιξη τροφοδοτεί σταθερά δύο από τα παραπάνω ενδεχόμενα, τουλάχιστον μέχρι λίγο πριν το φινάλε. Εκεί δηλαδή που ο Γκέιγκαν και το σεναριακό δίδυμο των Πάτρικ Μάσετ και Τζον Ζίνμαν «ανακαλύπτουν» κόντρα στη ροή (και γιατί όχι τη μέχρι εκείνο το σημείο ηθική) της ταινίας πως το «Gold» είναι μάλλον το χαμένο, μακρινό ξαδερφάκι της «Συμμορίας των Έντεκα» και πως μια ανατροπή χωράει -ή πολύ χειρότερα χρειάζεται- ως κατακλείδα σε μια ιστορία που, για να μην ξεχνιόμαστε, εμπνέεται από ένα κολοσσιαίο σκάνδαλο. Με την ειδοποιό διαφορά φυσικά πως η μορφή του παχύσαρκου Μακόναχι αρκεί για να σπάσει εκ νέου τα χολιγουντιανά πρότυπα ομορφιάς, προκειμένου να εστιάσουμε ανεμπόδιστα τάχα στην ουσία των πραγμάτων και τον «σκληρό» ρεαλισμό του όλου δράματος. Και βεβαίως να μην καλλιεργούνται τυχόν (παρεξηγήσιμες εδώ, ένεκα της θεματικής) ταυτίσεις για το κοινό, όμοιες με εκείνες που ενέπνεαν ας πούμε ο ατσαλάκωτος Κλούνι και η παρέα του.

Αλλά ακόμα κι έτσι, αν δηλαδή παρακάμψουμε από τα γεγονότα-πυρήνα της αρχικής ιδέας και το αναπάντεχο της επιλογής των δημιουργών του φιλμ να κλείσουν όπως επιλέγουν να κλείσουν τους λογαριασμούς με τον ήρωά τους, ο αντίλογος θα επιμείνει: πειράζει τόσο αν το «Gold» φυλά στη φαρέτρα του μια ιντριγκαδόρικη ανατροπή που λίγοι θα περιμένουν; Και η απάντηση είναι καταφατική. Πολύ απλά επειδή η συγκεκριμένη κατακλείδα δεν αλλάζει μονάχα την όλη ανάγνωση της ταινίας, αλλά ξεγελά φτηνά, χωρίς ποτέ μέχρι εκείνο το σημείο να μας είχε προϊδεάσει πως πρόκειται, ξέρω ‘γω, για το «Prestige».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ