Menu

Οι Αισθηματίες

Αφού έτυχε ενθουσιώδους πρώτης προβολής στις περσινές Νύχτες Πρεμιέρας και έκτοτε ταξίδεψε επιτυχώς σε αρκετά φεστιβάλ του κόσμου, η ωραιότερη, ίσως, ελληνική δημιουργία της χρονιάς κυκλοφορεί επιτέλους στις αίθουσες, επαναφέροντας τον Νίκο Τριανταφυλλίδη στην καρέκλα του σκηνοθέτη έπειτα από πολυετή απουσία.

Σε κάποια γωνία της Λεωφόρου Κηφισίας βρίσκεται εδώ και χρόνια, σχεδόν ξεχασμένη, η προτομή του Νίκου Γούναρη. Ο Νίκος Τριανταφυλλίδης την αναπαριστά μέσα στη βαθιά μητροπολιτική νύχτα, να στέκει ακίνητη και σιωπηλή καθώς αυτοκίνητα την προσπερνούν με ταχύτητα.

Στέκει εκεί ως ελάχιστος φόρος τιμής σε έναν θαυμάσιο τροβαδούρο της αγάπης, ως νοσταλγικό μνημείο αλλοτινών και πιο αθώων εποχών, και ως θλιμμένη υπενθύμιση για κάθε ρομαντισμό που φαίνεται πως χάθηκε σε αυτή την σκληρή πόλη.

Το χαμογελαστό άγαλμα του Γούναρη μοιάζει θεωρητικά με κακοφωνία στο μέσο του βίαιου και μοντέρνου νουάρ κόσμου που σκαρφίζεται ο Τριανταφυλλίδης για λογαριασμό της ταινίας του. Ενός κόσμου κατοικούμενου από παράνομους και τσαμπουκάδες, από καλόκαρδες πόρνες και στυγνούς νταβατζήδες, από τοκογλύφους και δολοφόνους, από παρηκμασμένες γυναίκες και άντρες που αρνιούνται να μεγαλώσουν.

Κι όμως, η καθόλου τυχαία αναφορά στον Γούναρη όχι μόνο ηγείται του πολυσυλλεκτικού σάουντρακ που ντύνει την ταινία (στο οποίο η Τζένη Βάνου καταλήγει να συνυπάρχει αρμονικά με μια όπερα του Μπιζέ), αλλά και ταιριάζει απόλυτα με τις διαθέσεις του ίδιου του σκηνοθέτη.

Γιατί ο Νίκος Τριανταφυλλίδης γίνεται στους «Αισθηματίες» ένας απρόσμενος και παλιομοδίτικος υμνητής της αγάπης, μιλώντας για ερωτοχτυπημένους ήρωες και σκιρτήματα της καρδιάς που θα μπορούσαν να έχουν ξεπηδήσει από τους στίχους του Γούναρη, αν υποθέταμε ότι ο τραγουδιστής ζούσε σήμερα και υπηρετούσε όχι το ελαφρό ρεπερτόριο, αλλά μια ροκ μπάντα.

Αυτή είναι και η μεγαλύτερη έκπληξη που επιφυλάσσει η ταινία. Πίσω από τη βαριά και γεμάτη κίνδυνο ατμόσφαιρα του περιθωρίου που αναπνέει, κρύβεται μια γοητευτική μελαγχολία για τους καταδικασμένους ονειροπόλους του σινεμά και της αληθινής ζωής. Για όλους τους αθεράπευτους καψούρηδες αυτού του κόσμου που αφήνονται να παρασυρθούν από τις δίνες του έρωτα και να καταστραφούν.

Έτσι συμβαίνει με τους δυο νεαρούς πρωταγωνιστές του φιλμ. Πρωτοπαλίκαρα ενός βετεράνου αρχαιοκάπηλου ο οποίος τους χρησιμοποιεί για τις βρωμοδουλειές του (τον ερμηνεύει ο Τάκης Μόσχος, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του), ο εσωστρεφής Ερμής και ο παρορμητικός Γιάννης μεταμορφώνονται σταδιακά από αγγελιαφόροι θανάτου σε δυο φιγούρες που κατορθώνουν να εξυψωθούν μέσω του έρωτα, να καθαρίσουν τα βρώμικα από αίμα χέρια τους και να φαντασιωθούν για τον εαυτό τους μια κανονική ζωή, λίγο πριν το αμείλικτο περιβάλλον τους έρθει για να τους συντρίψει.

Με μια σκηνοθετική ωριμότητα που μοιάζει να κερδήθηκε σταδιακά, ο Νίκος Τριανταφυλλίδης ακολουθεί γεμάτος συμπάθεια την πορεία των δυο αυτών χαμένων παιδιών και ξεπερνά πολύ εύκολα τα cult προσχήματα και τα κινηματογραφόφιλα κλεισίματα του ματιού για να αναζητήσει και να πετύχει κάτι βαθύτερο: μια επιμειξία του εφήμερου και του μυθικού στο κέντρο μιας απλής ιστορίας που μοιάζει παλιά όσο κι ο χρόνος.

Καθώς όπλα εκπυρσοκροτούν, πληγές ανοίγουν και κορμιά ξοδεύονται, η αγάπη παραμένει η μόνη σταθερά σε ολόκληρη την ταινία και το μοναδικό φως στον αχανή υπόνομο της μεγαλούπολης.

Όσο υπάρχουν ακόμη αισθηματίες, μοιάζει να μας λέει ο Τριανταφυλλίδης, ο μάταιος αυτός κόσμος θα μπορεί να γίνεται λίγο πιο υποφερτός. Και κάπου εκεί στην Κηφισίας, το άγαλμα του Νίκου Γούναρη θα συνεχίσει να χαμογελά…

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ