Menu

Η Εξαφάνιση της Eleanor Rigby: Η Εκδοχή της

Με ένα φιλόδοξο σκηνοθετικό και σεναριακό εγχείρημα, το οποίο αποτελεί και το ντεμπούτο του πίσω από την κάμερα, ο Νεντ Μπένσον επιχειρεί να διηγηθεί το χρονικό διάλυσης μιας σχέσης ανάμεσα σε ένα παντρεμένο και άλλοτε αγαπημένο ζευγάρι, προσφέροντας σε δυο ταινίες το διαφορετικό βίωμα καθενός εμπλεκόμενου χωριστά. Αυτή την εβδομάδα κυκλοφορεί η εκδοχή «Εκείνης».

Τρεις εκδοχές έχει γνωρίσει συνολικά η παραγωγής 2013 «Εξαφάνιση της Eleanor Rigby»: μία βερσιόν των γεγονότων από τη μεριά του άνδρα (τον υποδύεται ο Τζέιμς Μακ Αβόι), μία από το μέρος της γυναίκας (την ενσαρκώνει η Τζέσικα Τσαστέιν) και ένα συνολικό φιλμ στο οποίο οι δύο οπτικές γωνιές έρχονται να συναντηθούν.

Τα δυο χωριστά μέρη («Εκείνου» και «Εκείνης», δηλαδή) έκαναν πρεμιέρα στο προπέρσινο Φεστιβάλ του Τορόντο και έτυχαν σχετικά θερμής υποδοχής. Το συνολικό φιλμ («Εμείς») προβλήθηκε στο περσινό Φεστιβάλ Καννών, προκαλώντας δικαίως ανάμεικτα συναισθήματα.

Έχοντας παρακολουθήσει και τις τρεις παραλλαγές του φιλμ, μπορώ πλέον με σιγουριά να χαιρετίσω μια φιλόδοξη και αντισυμβατική προσπάθεια στην οποία ένας όχι ιδιαίτερα έμπειρος σκηνοθέτης αποπειράται να αποτυπώσει με δημοκρατικό και όσο το δυνατόν πιο ακριβοδίκαιο τρόπο τις συνθήκες που οδήγησαν δυο ερωτευμένους ανθρώπους να χωρίσουν με τρόπο άσχημο και οδυνηρό.

Ο Μπένσον προσεγγίζει τα δυο φιλμ του με όσο το δυνατόν πιο διαφορετικό ύφος, κατορθώνει ώστε ελάχιστες σκηνές να επαναλαμβάνονται ανάμεσά τους και η δράση να διαθλάται από την διαφορετική οπτική σκοπιά καθενός ήρωα, ρίχνει μεγάλο βάρος στα διαλογικά του μέρη και πλαισιώνει το φωτογενές πρωταγωνιστικό ζευγάρι του με ένα σωρό αξιοσέβαστους ηθοποιούς (Ιζαμπέλ Ιπέρ, Γουίλιαμ Χαρτ, Βαϊόλα Ντέιβις, Κιάραν Χιντς) και με ένα πλήθος δευτερευόντων χαρακτήρων που χρησιμεύουν ως παρατηρητές και διακριτικοί καταλύτες στο κεντρικό δράμα, είτε πρόκειται για τους γονείς και την αδερφή της Έλινορ, είτε για τον πατέρα και τους συνεργάτες του πρώην συζύγου της, είτε για μια ισχυρού ταμπεραμέντου καθηγήτρια πανεπιστημίου.

Ακόμα κι αν αποφάσιζα, παρ' όλα αυτά, να παραβλέψω εντελώς την ύπαρξη του βιαστικού και επιγραμματικού «Εμείς» (που πολύ σωστά δεν θα δούμε εν τέλει στις ελληνικές αίθουσες), εξακολουθώ να βρίσκω προβληματικό το συνολικό εγχείρημα του Νεντ Μπένσον.

Γαλουχημένος προφανώς με άφθονο γαλλικό σινεμά, ο 38χρονος Αμερικανός σκηνοθέτης προσπαθεί να το μιμηθεί, χωρίς να λογαριάζει, εντούτοις, την απειρία ή το περιορισμένο των δυνατοτήτων του. Κάπως έτσι, πλήθος καταστάσεων καταλήγουν να αντιμετωπίζονται σεναριακά με έναν εντελώς σχηματικό τρόπο, ολόκληρα αποσπάσματα διαλόγου μοιάζουν επιτηδευμένα και χωρίς ιδιαίτερη επαφή με την αληθινή ζωή, ενώ υπάρχουν στιγμιότυπα (ένα ακυρωμένο πριν την ώρα του one night stand που μαντεύεις ότι προέρχεται από τη φαντασία ανθρώπου ο οποίος δεν έχει κάνει ποτέ στη ζωή του κάτι τέτοιο!) και γραφικότητες που δύσκολα χωνεύει ένας περισσότερο απαιτητικός θεατής (όπως το θέαμα της Ιπέρ η οποία κυκλοφορεί σε ΟΛΕΣ τις σκηνές παρέα με ένα ποτήρι κρασί, μάλλον επειδή αυτό επιτάσσει η γαλλική της καταγωγή!).

Ακόμα χειρότερα, η σταθερά εξαιρετική Τσαστέιν μοιάζει εδώ μονοδιάστατη ερμηνευτικά, η χημεία ανάμεσα στο πρωταγωνιστικό ζεύγος δεν επιτυγχάνεται λεπτό και απομένει μόνο σε βετεράνους ηθοποιούς όπως ο Γουίλιαμ Χαρτ και ο Κιάραν Χιντς να ληστέψουν με ευκολία τις σκηνές στις οποίες εμφανίζονται, αφήνοντας το μεγαλύτερο σε ηλικία κοινό να νοσταλγεί τις μακρινές εποχές που το ενήλικο δραματικό σινεμά εισχωρούσε βαθύτερα από τα προφανή ή από ενδιαφέροντα εγχειρήματα που παραμένουν ανολοκλήρωτα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search