Menu

Η Έξοδος: Θεοί και Βασιλιάδες

Ο Μωυσής του Κρίστιαν Μπέιλ και του Ρίντλεϊ Σκοτ μπορεί να παραθέτει μία περισσότερο ρεαλιστική προσέγγιση των βιβλικών γεγονότων της Εξόδου του Εβραϊκού λαού από την Αίγυπτο, η ρηχή αφήγηση, ωστόσο, καταλήγει να επιβάλλεται στον αναμενόμενα επικό χαρακτήρα της ταινίας.

Η κατά Ρίντλεϊ Σκοτ εκδοχή της ιστορίας του Μωυσή (Κρίστιαν Μπέιλ) δε θα μπορούσε να μην εμπίπτει στην κατηγορία του πολυδάπανου χολιγουντιανού θεάματος, του οποίου πρωταρχικό μέλημα θα ήταν να ανταποκριθεί στις αυτόματα εγειρόμενες προσδοκίες του όρου «επικό».

Κάτι τέτοιο περιλαμβάνει ασφαλώς εκτός από πολυδάπανα σκηνικά, κοστούμια ή μία στρατιά κομπάρσους, «ακριβά στο μάτι» ψηφιακά εφέ καθώς επίσης και μία «επικού» επιπέδου διάρκεια.

Πέραν αυτών των μίνιμουμ κατακτήσεων, βέβαια, οι οποίες από μόνες τους δε λένε πολλά στο χορτασμένο πια από (3D) υπερθέαμα μάτι του σύγχρονου θεατή, το «Exodus» διακρίνεται για τη -μερική έστω- προσπάθεια των συντελεστών του να αποδώσουν πτυχές της βιβλικής αφήγησης σχετικά με την Έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο (δέκα πληγές, διαχωρισμός της Ερυθράς Θάλασσας) μακριά από τη λογική της θεϊκής παρέμβασης, υιοθετώντας μία περισσότερο επιστημονική προσέγγιση των γεγονότων.

Ωστόσο, τα προβλήματα αναφορικά με τη νέα ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ εντοπίζονται κυρίως στο ρηχό, αυστηρά πρώτου επιπέδου σενάριο, το οποίο μοιάζει να επαναπαύεται στη φερόμενη ως απομυθοποιημένη προσέγγιση των γεγονότων εν συγκρίσει με το βιβλίο της Εξόδου, χάνοντας κάθε ευκαιρία να εμπλουτίσει ουσιωδώς τις επιμέρους υπο-ιστορίες.

Έτσι, η ήδη γνωστή εξέλιξη του Μωυσή από εκλεκτός της Αιγυπτιακής αυλής σε εξόριστο και μετέπειτα ηγέτη του Εβραϊκού λαού, ή η προδιαγεγραμμένη πορεία σύγκρουσης ανάμεσα στον πρώτο και τον Φαραώ Ραμσή τον Β’ (Τζόελ Έτζερτον), δεν προσφέρουν καμία ουσιαστική διέξοδο πέραν της προδιαγεγραμμένης και χωρίς-καμία-έκπληξη εξιστόρησης.

Παράλληλα, το φιλμ αποτυγχάνει να δημιουργήσει πολύπλευρους χαρακτήρες, ικανούς να διεκδικήσουν επίμονα την προσοχή του κοινού στα 150 λεπτά διάρκειάς του.

Έτσι, ξοδεύεται μία σειρά ξεχωριστών ηθοποιών, από τον Μπέιλ και τον Τορτούρο ως τον Κίνγκσλεϊ και τη Γουίβερ, με το να εμφανίζονται απλώς ως αξιοπρεπείς διεκπεραιωτές των ρόλων τους.

Κοινώς, η επιστροφή του Σκοτ σε ταινία με «σανδάλια» μετά τον οσκαρικό «Μονομάχο», σημαδεύεται από ένα καταφανώς κατώτερο των προσδοκιών αποτέλεσμα, το οποίο πάντως αξίζει να σημειωθεί πως επέλεξε να αφιερώσει στη μνήμη του αυτόχειρα αδερφού του, Τόνι Σκοτ.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search