Menu

Η Λέσχη της Κομψής Αλητείας

Τα νέα μέλη μιας ιστορικής φοιτητικής λέσχης του πανεπιστημίου της Οξφόρδης ζουν τον μύθο των προκατόχων τους με τις πλάτες και τα λεφτά του μπαμπά, σύντομα όμως η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο. Πειστικό ως προς την ατμόσφαιρα και επαρκώς «βρετανικό» στην όψη, αλλά αδούλευτο στην ουσία του το νέο φιλμ της Σέρφιγκ («Μία Κάποια Εκπαίδευση»).

Ο ερχομός του Μάιλς (Μαξ Άιρονς) στο φημισμένο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης σύντομα συνοδεύεται από την άκρως τιμητική πρό(σ)κληση να ενταχθεί στην μυστική λέσχη Ράιοτ, μέλη της οποίας έχουν υπάρξει μερικοί από τους μετέπειτα ισχυρότερους ανθρώπους της Βρετανίας. Ανάμεσα στο ενδιαφέρον του για τη Λόρεν (Χόλιντεϊ Γκρέιντζερ), μία «ταπεινής» καταγωγής φοιτήτρια, και τις μεγαλοαστικές καταβολές του που επιτάσσουν ένα λαμπρό μέλλον, ο Μάιλς θα πρέπει να φανεί αντάξιος ενός ιστορικού κλαμπ, διαβόητου για τα διονυσιακά του τραπεζώματα και την καλοντυμένη του «αλητεία».

Τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή όπου τα πράγματα ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο… Πειστικό ως προς την σκιαγράφηση της ζωής μιας αδελφότητας, αλλά ασυγχώρητα περιγραφικό και κοινότοπο σε ό,τι αφορά τις πράξεις και τα κίνητρα των χαρακτήρων που την απαρτίζουν, η «Λέσχη της Κομψής Αλητείας» της Δανής Λόνε Σέρφιγκ («Μία Κάποια Εκπαίδευση») αποτελεί την κινηματογραφική διασκευή του θεατρικού «Posh» της Λόρα Ουέιντ, η οποία εδώ υπογράφει το σενάριο.

Η παραγωγή συγκεντρώνει μία σειρά από νεαρούς, ως επί το πλείστον Βρετανούς ηθοποιούς (σαν τον Σαμ Κλάφιν των «Αγώνων Πείνας» ή τον Ντάγκλας Μπουθ του «Νώε»), για να αποδώσει όσο καλύτερα μπορεί την πνιγηρή ατμόσφαιρα της Οξφόρδης και του ιστορικού της πανεπιστημιακού ιδρύματος, εκμεταλλευόμενη τις έξυπνες επιλογές στους τόπους γυρισμάτων.

Στη «Λέσχη της Κομψής Αλητείας», η «κομψή», συντεταγμένη επιθετικότητα της μεγαλοαστικής τάξης απέναντι στα κατώτερα στρώματα – νομικά και ηθικά καλυμμένη από τον καπιταλισμό – μετουσιώνεται σε ένα μετεφηβικό ξέσπασμα επίδειξης πλούτου, βίας και σεξισμού από καλομαθημένους γόνους των μεγάλων (βρετανικών, εν προκειμένω) τζακιών και μελλοντικούς κληρονόμους των τυχών μιας χώρας η οποία ούτως ή άλλως φέρει στο πολιτειακό γονιδίωμά της το δικαίωμα της διαδοχής.

Αρκετά νωρίς στην ταινία διαφαίνονται τα κλισέ που θα επιστρατευτούν, όπως π.χ. ο έρωτας ως η τελευταία ευκαιρία αφύπνισης μπροστά στο λάθος και το σωστό. Μαζί με αυτά, επιστρατεύονται επίσης αμφίβολοι ως προς την αληθοφάνειά τους χαρακτήρες, ενώ τα λόγια τους συχνά καταφεύγουν στην εύκολη συνθηματολογία, ειδικά όταν καλούνται να επεξηγήσουν οι ίδιοι τις ακρότητές τους. «Με μισείς γιατί θες να γίνεις όπως εγώ», αναφέρει σε κάποιο σημείο ένας εκ των μελών της αδελφότητας.

Η πλέον προβλέψιμη, ύστατη άμυνα των εχόντων απέναντι στους μη έχοντες αποδεικνύεται και η πλέον άβολη επεξήγηση που ντύνει το επιθετικό ντελίριο των πρωταγωνιστών. Και είναι ακριβώς αυτό το σημείο όπου η «Λέσχη της Κομψής Αλητείας» ρίχνει άσφαιρα, αποκαλύπτοντας την αδυναμία της να τρυπώσει στην ουσία, πέραν από την επιφάνεια των επιβλητικών σκηνικών και της ατμοσφαιρικής φωτογραφίας, κατ’ αντιστοιχία με το ομοίως απλοϊκό στη βάση του «Οι Μέρες της Αφθονίας σας Είναι Μετρημένες» που εκβίαζε μέσα από προσχηματικά άκραιες καταστάσεις πιασάρικα κοινωνιολογικά συμπεράσματα.

Όπως έχει συμβεί στο παρελθόν και με φιλμ που έχουν αναφερθεί άμεσα ή έμμεσα στα άδυτα της φοιτητικής ζωής και τις αδελφότητες, η ταινία της Σέρφιγκ μοιάζει επαναπαυμένη στη γοητεία που ασκεί στο κοινό η κρυφή φύση αυτών των κλειστών κλαμπ και η μυστικιστική φημολογία που τα περιβάλλει.

Ενώ σε αντίστοιχες περιπτώσεις, το «Social Network» αποτελούσε επί της ουσίας τον θρίαμβο του σπασίκλα απέναντι στο κραταιό πρότυπο αμερικανικής επιτυχίας, και «Ο Καθοδηγητής» αποτύπωνε την αναγκαιότητα της μύησης του καλού και πιστού πατριώτη ενόψει της ψυχροπολεμικής σύγκρουσης, η «Λέσχη της Κομψής Αλητείας» περιορίζεται στο να κάνει την εμφάνισή της ως μία απλή παραφωνία βίας, σαν να πρόκειται για ένα νεανικό καπρίτσιο κάποιων καλομαθημένων που δεν έμαθαν ακόμα να εξουσιάζουν μαζί με τους πολλούς κατώτερους και τις (κατώτερες) ενορμήσεις τους.

Σαν η «αλητεία» τους να πρόκειται για ένα συστημικό σφάλμα μιας υπερβολικά σχηματοποιημένης ταξικής σύγκρουσης, κατά την οποία ο αδύναμος θυσιάζεται σχεδόν νομοτελειακά σε έναν βωμό φαλλικού σχήματος.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ