Menu

Η Όψη Της Σιωπής

Αφήνοντας στην άκρη τον πρωτοποριακό τρόπο αφήγησης μέσω αναπαραστάσεων, αλλά και αποφεύγοντας τη συμβατική χρήση αρχειακού υλικού και συνεχόμενων ιστορικών επεξηγήσεων, ο σκηνοθέτης του εμβληματικού «Η Πράξη του Φόνου» ερμηνεύει την εκκωφαντική σιωπή των ενόχων της γενοκτονίας στην Ινδονησία, όχι ως αποτυχία συνειδητοποίησης αλλά ως σκόπιμη άρνηση ενοχής.

«Η Όψη της σιωπής» κατά κάποιον τρόπο συνεχίζει την αναζήτησή της εκεί που την άφησε το προηγούμενο δημιούργημα του σκηνοθέτη -το για πολλούς ορόσημο στο σύγχρονο ντοκιμαντέρ, «Η πράξη του φόνου»- δηλαδή την εξιχνίαση των αυτουργών της μεγάλης γενοκτονίας της Ινδονησίας της δεκαετίας του εξήντα, μετατοπίζοντας αυτή τη φορά το θεματικό της κέντρο από τους δράστες στα θύματα.

Θύματα της αδιανόητης σφαγής του σχεδόν ενός εκατομμυρίου κομουνιστών και αθώων πολιτών κινεζικής καταγωγής που δολοφονήθηκαν μαζικά και συστηματικά στον απόηχο του στρατιωτικού πραξικοπήματος του 1965, που κατέλυσε την δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση και έδωσε τη θέση της σε μια αιμοσταγή δικτατορία, της οποίας οι πολιτικοί απόγονοι είναι ακόμη και σήμερα στην εξουσία. Συγγενείς ανθρώπων χάθηκαν και δεν βρέθηκαν ποτέ, διαφωνούντες και μη βασανίστηκαν βάναυσα μέχρι θανάτου, τόσο από δυνάμεις του καθεστώτος, όσο και από εγκληματικές πολιτοφυλακές στις οποίες είχε ανατεθεί το «έργο», έτσι ώστε οι κρατικοί υπεύθυνοι να μην υποστούν ποτέ την παγκόσμια κατακραυγή.

Ένας ευγενικός οφθαλμίατρος, στοιχειωμένος τόσο από τις τραυματικές αναμνήσεις όσο και από την αβάσταχτη αίσθηση της απώλειας, αποφασίζει να ερευνήσει σε βάθος, να ψάξει για την αλήθεια, αναζητώντας τους σφαγείς του αδερφού του, εξετάζοντας παράλληλα (με μια μεγάλη δόση σκηνοθετικού σαρκασμού) την όραση των ερωτηθέντων, αυτών που μιλώντας σου αφήνουν την αίσθηση ότι μια τέτοια κτηνωδία θα μπορούσε πολύ εύκολα και αβίαστα να ξανασυμβεί.

Οι εικόνες που ξεδιπλώνονται μπροστά του, αναγκάζουν τον ίδιο (και εμάς μαζί του) να αντικρίσει τη θηριωδία μιας από τις πιο φρικιαστικές εθνοκαθάρσεις του 20ου αιώνα, παρότι κοινή συνισταμένη όλων -εκτός από τον ίδιο και την πολύπαθη μητέρα του- είναι να αφήσουν αυτά τα πράγματα στο παρελθόν, να ξεχάσουν. «Αυτά συνέβησαν τότε, παλιά. Τι τα θες και τα σκαλίζεις;» αντηχεί διαρκώς ίσως η πιο ανατριχιαστικά αναμασημένη δικαιολογία από τα στόματα των πιο συνειδητοποιημένων από τους δολοφόνους. 

Ο Αμερικάνος σκηνοθέτης Τζόσουα Οπενχάιμερ, αφενός σοκαρισμένος από την ανείπωτη βία, αλλά αφετέρου τολμηρά καταγγελτικός, τονίζει εμφανέστατα την οικονομική και κοινωνική διαφορά ανάμεσα στους κυβερνώντες (που τυγχάνουν να είναι και οι δολοφόνοι) και τους αντιφρονούντες, αυτούς που «δεν πιστεύουν σε κανέναν Θεό, και ανταλλάσσουν ακόμη και τις γυναίκες τους» και γεμίζει την ταινία με άβολες σιωπές, σκιαγραφώντας παράλληλα ένα ζοφερό κοντράστ του ειδυλλιακού φυσικού τοπίου με την ανθρώπινη κτηνωδία, την οποία ποτέ δεν βλέπεις κατάματα, αλλά οι γλαφυρές αφηγήσεις την μετατρέπουν σε κάτι πιο ρεαλιστικό και από τις ίδιες τις εικόνες.

Προκαλώντας ξανά, αυτή τη φορά όμως με μεγαλύτερη διακριτικότητα, ο σπουδαίος ντοκιμαντερίστας περνά από την ειρωνική αναπαράσταση που προσδιορίζει το πρώτο φιλμ, στην ολοκάθαρη και άμεση απεικόνιση της τραγωδίας, παρεμβάλλοντας συμβολικές σκηνές «εθελούσιας τύφλωσης» και αναζητώντας μάταια ένα ηθικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών, που όμως μοιάζει να μην έρχεται ποτέ. Αυτό που φαίνεται να μένει τελικά είναι το θλιμμένο βλέμμα του πρωταγωνιστή, ένα βλέμμα χαμένο στο κενό, χωρίς θυμό, αλλά γεμάτο απερίγραπτη οδύνη. Ένας ατέλειωτος θρήνος, βαθύς, σιωπηλός και διακριτικός, συνυφασμένος με ένα απερίγραπτο βάρος που υπομένουν στωικά και με το οποίο είναι καταδικασμένοι να ζήσουν όσοι επέζησαν της καταστροφής, όπως το ζευγάρι των υπερήλικων γονιών του.

Όσο δύσκολη τελικά κι αν είναι η θέασή της, «Η όψη της σιωπής» (που προβάλλεται στη χώρα μας με αδικαιολόγητη καθυστέρηση δύο ετών και της οποίας αξίζει να σημειωθεί ότι ένας από τους συμπαραγωγούς είναι και η κολεκτίβα χάκερ «Anonymous»), όπως εξάλλου και ο θεματικός της προπομπός «Η πράξη του φόνου», αποτελούν ένα κινηματογραφικό κειμήλιο ανεκτίμητης αξίας, ένα «μνημείο για όλες αυτές τις ζωές που τσακίστηκαν» όπως εμφατικά υποσημειώνεται και από τον ίδιο το δημιουργό της.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ