Menu

Η Τελευταία Οικογένεια

Η ασφυκτική καθημερινότητα του πολωνού ζωγράφου Ντζίζλαβ Μπεκσίνσκι παρουσιάζεται ως εξήγηση του αλλόκοτου έργου του σε μια ευρηματική προσπάθεια βιογραφίας που θα λειτουργούσε καλύτερα με συμπληρωματικές αφηγηματικές ιδέες.

Το έργο του Πολωνού ζωγράφου Ντζίζλαβ Μπεκσίνσκι χαρακτηρίζεται από ένα αλλόκοτο φλερτ με τον θάνατο, το απόκοσμο, το σκοτεινό. Παρουσιάζει δυστοπικούς κόσμους και εφιαλτικές μορφές και διακατέχεται από μια μόνιμη απαισιοδοξία για την καθημερινότητα. Η προσπάθεια μιας βιογραφίας του δημιουργού του αυτομάτως απαιτεί μια ενδοσκόπηση στο μυαλό του ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε από πού ακριβώς πηγάζουν αυτές οι σκέψεις. 

Το φιλμ του πρωτοεμφανιζόμενου Ματουζίνσκι αποτελεί ένα τολμηρό εγχείρημα καθώς προσπαθεί να εξηγήσει το έργο του Μπεκσίνσκι με έναν μάλλον ανορθόδοξο τρόπο. Μέσα στο περιεχόμενο βλέπουμε και μαθαίνουμε ελάχιστα πράγματα για τους πίνακές του, την ίδια ώρα που, χάρη στην εμμονή του πρωταγωνιστή με τη φωτογραφία και το βίντεο, παρακολουθούμε ένα χρονικό της οικογενειακής του ζωής. Περιμένοντας το κλισέ ενός ανθρώπου με πολλές και διαταραγμένες σχέσεις, βλέπουμε κάτι διαφορετικό, έναν Μπεκσίνσκι στριμωγμένο σε ένα μικρό διαμέρισμα (με την αισθητική του τότε καθεστώτος να κυριαρχεί), μαζί με τη σύζυγο, τις 2 μητέρες τους και τον γιο του (μια αλλοπρόσαλλη προσωπικότητα που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην αυτοκτονία και την pop μουσική), να προσπαθεί να τα βγάλει πέρα στη μεγάλη περιπέτεια της ζωής, κρατώντας για τον εαυτό του την καλλιτεχνική δημιουργία. Ίσως έτσι εξηγείται και η χρόνια γνώμη του πως τα έργα του δεν χρήζουν περαιτέρω εξήγησης και υπάρχουν απλά για να αρέσουν ή όχι.

Αυτή η πεποίθηση περί της τέχνης που δεν πρέπει να εξηγείται παίζει επίσης το ρόλο της στην αφήγηση. Ο Ματουζίνσκι καταγράφει περίπου 30 χρόνια χωρίς να ενδιαφέρεται για τελικά συμπεράσματα, θεωρώντας πως και η καθημερινή ζωή δε χρήζει εξήγησης. Η υιοθέτηση της σκοπιάς του Μπεκσίνσκι είναι όντως μια πρωτότυπη ιδέα όμως στερείται συμπληρωματικών βοηθειών από τον σκηνοθέτη, καθώς ουσιαστικά βάζει 2 εντελώς διαφορετικές φόρμες (την κινηματογραφική αφήγηση και έναν πίνακα ζωγραφικής) στο ίδιο ακριβώς καλούπι, περιμένοντας την ίδια αντίδραση από τον δέκτη σε κάτι που διαρκεί 2 ώρες, ενώ το βλέμμα σε έναν πίνακα μπορεί να κρατήσει μέχρι και λίγα λεπτά. Ένα τέτοιο τόλμημα πάντως, είναι και  ζητούμενο από σκηνοθέτη που δίνει την πρώτη του δουλειά και ίσως προτιμότερο από το να έκανε κάτι συμβατικό, οπότε παρά τις ατέλειές του είναι καλοδεχούμενο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ