Menu

Ήσυχες Μέρες

Ιστορία ενηλικίωσης και ερωτικής αφύπνισης με βαριά επάνω της τη σκιά του χρόνου που κυλά, η χαμηλόφωνη δημιουργία του ταλαντούχου Μεξικανού σκηνοθέτη μοιάζει με ελεγεία πάνω σε δυο μοναχικές υπάρξεις που προσπαθούν η μία να προσεγγίσει την άλλη.

Όταν ένα ζήτημα υγείας αναγκάσει τον ιδιοκτήτη θείο του να λείψει για αόριστο χρονικό διάστημα από το πόστο του, ένα 17χρονο αγόρι αναλαμβάνει να κρατήσει ένα παραλιακό μοτέλ της Βέρα Κρουζ στο οποίο βρίσκουν συνήθως σύντομο καταφύγιο παράνομα ζευγάρια.

Εκεί, ανάμεσα στις άφθονες ρουτίνες, τις καθημερινές μικρο-υποχρεώσεις και την αίσθηση μιας προσωρινότητας που περιμένει ανά πάσα στιγμή την ευκαιρία για να ανατραπεί, το ανήλικο αγόρι θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί μια 35χρονη γυναίκα, η οποία είναι τακτική θαμώνας του μοτέλ, μια και εκεί συναντά τον παντρεμένο εραστή της.

Αυτή την διαρκώς μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ φιλίας και σεξουαλικού πόθου χρησιμοποιεί η ταινία ως ένα ραντεβού υπό διαρκή αναβολή για τους θεατές και τους ίδιους τους ήρωες, φροντίζοντας στην πορεία να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε το σμίξιμο των δυο χαρακτήρων να γίνει με τρόπο ρεαλιστικό και απολύτως οργανικό.

Τίποτα ιδιαίτερο δεν συμβαίνει σε αφηγηματικό επίπεδο και τίποτα δεν ταράζει τους νωχελικούς ρυθμούς και το ήρεμα παρατηρητικό σινεμά του μεξικανικής καταγωγής σκηνοθέτη.

Εφτά χρόνια μετά την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του (με τίτλο «Used Parts»), ο Ααρόν Φερνάντες Λεσούρ βολτάρει σε παρόμοια θεματικά μονοπάτια περί ενηλικίωσης και μύησης στους κώδικες του κόσμου των μεγάλων, προσγειώνοντας εδώ το φιλμ του στα ελάχιστα: Ο χώρος περιορίζεται στο περιβάλλον του μοτέλ, οι πρωταγωνιστές είναι ουσιαστικά δύο, η δράση είναι μηδαμινή.

Πίσω από τη φαινομενική ασημαντότητα των πάντων, εντούτοις, ο σκηνοθέτης μεταμφιέζει μια αφοπλιστική ταινία πάνω στην ομορφιά της προσμονής. Προσμονής κόντρα στους δείχτες του ρολογιού που στέκουν για να επισημαίνουν διαρκώς πόσο αναπόδραστο πράγμα είναι ο χρόνος. Προσμονής ενάντια σε μια ζωή που μοιάζει να μην επιφυλάσσει τίποτα ιδιαίτερο στους ανθρώπους της. Προσμονής ως μοναδικό αντίδοτο στην ακινησία και την ανυπαρξία.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search