Menu

John Wick

Ο Κιάνου Ριβς επιστρέφει στις ταινίες δράσης με ένα μόνος-εναντίον-όλων σόου, ως ο αποσυρμένος εκτελεστής της μαφίας που γυρεύει εκδίκηση από τα πρώην αφεντικά του. Λίγα λόγια, ακατάπαυστο στυλιζαρισμένο πιστολίδι και μερικές γνώριμες παρουσίες (Γούιλεμ Νταφόε, Άλφι Άλεν κλπ) τα highlight μιας ταινίας δράσης τη σκηνοθεσία της οποίας υπογράφουν δύο πολύπειροι κασκαντέρ.

Ο Κιάνου Ριβς επιστρέφει ξανά στο μόνο μέρος όπου μοιάζει ταιριαστός, τις ταινίες δράσης. Όπως περίπου κάνει και ο «John Wick», ο ήρωας που ενσαρκώνει στην ομώνυμη ταινία: ένας διαβόητος εκτελεστής της μαφίας που αναγκάζεται να επιστρέψει στην ενεργό δράση για να κυνηγήσει εκείνους που του έκλεψαν τα πάντα. Οι οποίοι δεν είναι άλλοι, φυσικά, από τους πρώην συνεργάτες του.

Έπειτα από το θάνατο της γυναίκας για χάρη της οποίας είχε αποσυρθεί από τον νεοϋορκέζικο υπόκοσμο, ο Τζον Γουίκ βρίσκεται από ένα κακό παιχνίδι της μοίρας αντιμέτωπος με τον Γιόσεφ (τον υποδύεται ο Άλφι Άλεν, ο Θήον Γκρέιτζοϊ του «Game of Thrones»), τον γιο του Ρώσου αρχιμαφιόζου Βίγκο Ταράσοφ (Μάικλ Νίκβιστ). Η κτηνωδία του Γιόσεφ και της συμμορίας του ξυπνά τον παλιό… φονικό εαυτό του Τζον, ο οποίος δε θα ησυχάσει αν δε στείλει στον αγύριστο αυτόν, τον πατέρα του, τον στρατό που τους προστατεύει και μία σειρά από επιδέξιους φονιάδες που κυνηγούν τον επικηρυγμένο πια, πρώην συνεργάτη του Βίγκο.

Παρά τα 50 του χρόνια, ο πρωταγωνιστής της τριλογίας «Matrix», του «Speed» και της «Αλυσιδωτής Αντίδρασης» επανεμφανίζεται σε εξαιρετική φόρμα και όσο αμίλητος απαιτούν οι περιστάσεις που ορίζονται τόσο από τη φύση του ρόλου όσο και από το περιορισμένο ταλέντο του Ριβς. Στο πλευρό του, πάντως, εμφανίζονται αξιοπρόσεκτα ονόματα σαν τον Γουίλεμ Νταφόε και τον Τζον Λεγκουιζάμο, υποδυόμενοι χαρακτήρες μεγαλύτερης ή μικρότερης σημασίας, αντίστοιχα.

Σε ένα μόνος-εναντίον-όλων σόου, ο Ριβς κινείται λουσμένος από πολύχρωμους νυχτερινούς φωτισμούς με μελαγχολική χάρη, δυναμισμό και ενδυματολογικό στυλ, σε μία Νέα Υόρκη που μοιάζει με πόλη-προτεκτοράτο της Ρωσικής Μαφίας, με μόνο σκοπό να μοιράσει σφαίρες και πόνο σε αρκετές ντουζίνες κακών.

Γιατί το «John Wick», πέραν από το ακατάπαυστο πιστολίδι (πρέπει να είναι η ταινία με τα περισσότερα εξ επαφής headshots στην ιστορία του είδους), φροντίζει να ακολουθεί πιστά την πεπατημένη μιας τυπικής μέχρις εσχάτων εκδίκησης, την οποία υπηρετούν τα φιλμ δράσης από την εποχή του Τσαρλς Μπρόνσον ως τα πρόσφατα «Taken» με τον Λίαμ Νίσον. Μόνο που εδώ, ο Ριβς εναρμονίζεται με τον στυλιζαρισμένο κόσμο μιας ταινίας που τον θέλει ντελικάτο, εν αντιθέσει με το απροκάλυπτα «μάτσο» πρότυπο που λάνσαρε ο Μπρόνσον ή τον πιο διακριτικά σκληροτράχηλο Νίσον.

Όσο για τους Τσαντ Σταχέσκι και Ντέιβιντ Λιτς, διεκπεραιώνουν τις πρωτόγνωρες γι αυτούς σκηνοθετικές τους αρμοδιότητες ωφελούμενοι από την πολυετή εμπειρία τους ως κινηματογραφικοί κασκαντέρ. Κάτι που για τις ανάγκες και τα πεπερασμένα όρια του «John Wick» αποδεικνύεται επαρκές.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search