Menu

Joy

Μετά τον διπλό καλλιτεχνικό και εισπρακτικό θρίαμβο που γνώρισε προηγουμένως με τον «Οδηγό Αισιοδοξία» και το «American Hustle», το δίδυμο Ντέιβιντ Ο. Ράσελ και Τζένιφερ Λόρενς αποφασίζει να συνεργαστεί ξανά για τις ανάγκες μιας ακόμη ευπρόσδεκτα εκκεντρικής ιστορίας. Αυτή τη φορά, ωστόσο, το καλό δεν λέει να τριτώσει.

Από το ξεκίνημα σχεδόν της καριέρας του, ο Ντέιβιντ Ο. Ράσελ φαίνεται να υπηρετεί αδιάκοπα ένα δικής του εφεύρεσης σινεμά της νεύρωσης, της παρόρμησης, του άγχους. Στο εσωτερικό του εξεζητημένοι ήρωες ψάχνουν απεγνωσμένα τρόπο προκειμένου να εκτονώσουν τη μανιακή ενέργεια και το συσσωρευμένο απωθημένο που φαίνεται να τους καταδυναστεύει. Σε απόσταση αναπνοής από αυτούς, ο Ράσελ παρακολουθεί τις δοκιμασίες τους μέσα από έναν άκρως ιδιοσυγκρασιακό φακό που πότε γελάει με τα παθήματά τους και πότε θλίβεται.

Οι ιστορίες που διηγείται ο 57χρονος σκηνοθέτης χρησιμεύουν πάντοτε ως αφορμές. Αυτό που τον ενδιαφέρει κυρίως βρίσκεται στον αντισυμβατικό τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τις αφηγήσεις του ή σπρώχνει τους πρωταγωνιστές του να πάρουν ρίσκα, στον ελεγχόμενο πανικό που φροντίζει να κρατά διαρκώς παγιδευμένο στα πλάνα του, στις υπέροχες κυκλοθυμίες των ίδιων των φιλμ του.

Πιστό σε αυτό το ντελιριακό σινεμά, όπου σκηνές ακολουθούν τις δικές τους απρόβλεπτες αλληλουχίες, τα πάντα ηχούν στη διαπασών και οι πρωταγωνιστές εμπορεύονται δικές τους, εκκεντρικές αντιλήψεις και εκδοχές του αμερικανικού ονείρου, το «Joy» αντλεί το υλικό του από την επίμονη σταυροφορία μιας χωρισμένης γυναίκας να βάλει σε έλεγχο το οικογενειακό χάος που την κρατά διαρκώς στάσιμη και να σκαρφαλώσει σταδιακά τα σκαλοπάτια της επιτυχίας, χάρη σε μια επαναστατική σφουγγαρίστρα την οποία σκαρφίζεται και κατορθώνει να μετατρέψει σε δημοφιλή πατέντα.

Παρά τον πρόσχαρο τίτλο του, το «Joy» παραμένει εξ ολοκλήρου μια σχετικά άχαρη περίπτωση εξαιρετικής ιδέας παγιδευμένης στο σώμα μιας αμήχανης ταινίας που δεν ξέρει πώς να την αξιοποιήσει καλύτερα.

Η ολότελα ασυνήθιστη περίπτωση της Τζόι Μαγκάνο, έτσι όπως προκύπτει από την εκμετάλλευση του πιο συνηθισμένου (αν όχι ευτελούς) αντικειμένου της καθημερινότητας, είναι πέρα για πέρα αληθινή και το εύρημα του «μαγικού» σφουγγαρόπανου χρησιμεύει ως μια ιδανική αφορμή προκειμένου ο Ράσελ να μαζέψει αρκετά από τα απόνερα της δυσλειτουργικής μεσοαστικής Αμερικής που τόσο αρέσκεται να καυτηριάζει μέσα από τις ταινίες του.

Παρ' όλο που βρίσκεται στο στοιχείο του, εντούτοις, ο σκηνοθέτης πέφτει αυτή τη φορά θύμα του ίδιου του αυθορμητισμού με τον οποίο έχει συνηθίσει να προσεγγίζει τις πλοκές και τους χαρακτήρες του. Το «Joy» βρίθει κωμικοτραγικών περιστατικών και ηρώων στα όρια του σλάπστικ, ενώ δεν στερείται μιας δυνατής κεντρικής αλληγορίας. Αυτό που του λείπει, ωστόσο, είναι η πειθαρχία και η αίσθηση του ελέγχου πάνω σε ένα υλικό το οποίο δυσκολεύεται να αποφασίσει τι διάθεση θα υιοθετήσει και πώς ακριβώς θέλει να αντιμετωπίσει την πινακοθήκη ιδιαιτεροτήτων που συστήνει ως ήρωες.

Στον πυρήνα μιας ταινίας η οποία πάσχει σαφέστατα από ανακολουθίες στον τόνο και στον ρυθμό της, η Τζόι παραμένει (μέσα στα είκοσι χρόνια που την παρακολουθούμε) μια δυσανάγνωστη φιγούρα που, παρά τις φιλότιμες ερμηνευτικές προσπάθειες της Τζένιφερ Λόρενς, σπάνια κατορθώνει να επικοινωνήσει με τον θεατή.

Δεν είναι, ωστόσο, η μόνη. Τόσο εκείνη όσο και οι πολύχρωμοι χαρακτήρες που την πλαισιώνουν παραμένουν μετέωροι εξαιτίας ενός επιπόλαια γραμμένου σεναρίου που είτε τους μετατρέπει σε καρικατούρες, είτε αδυνατεί να αποκτήσει συναισθηματικούς δεσμούς μαζί τους. Κι έτσι, παρά τον πρόσχαρο τίτλο του, το «Joy» παραμένει εξ ολοκλήρου μια σχετικά άχαρη περίπτωση εξαιρετικής ιδέας παγιδευμένης στο σώμα μιας αμήχανης ταινίας που δεν ξέρει πώς να την αξιοποιήσει όπως της αρμόζει.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ