Menu

Jurassic World

22 χρόνια μετά την πρώτη, τρομακτική επίσκεψη στο πάρκο ψυχαγωγίας, το «Jurassic World» ανοίγει τις πύλες του και την όρεξη των δεινοσαύρων για τουρίστες! Ο Κόλιν Τρέβοροου σας καλωσορίζει στο Isla Nublar και τελικά θυμίζει σε όλους, πόσο καλή ταινία ήταν το «Jurassic Park».

Υπήρξε μία εποχή, κάποιοι ενδεχομένως να αδυνατούν να τη συλλάβουν, που τα ψηφιακά εφέ δεν σάρωναν τον αμφιβληστροειδή προκαλώντας επιληπτικό επεισόδιο. Τότε, περισσότερα από είκοσι χρόνια πριν, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ άνοιξε τις πύλες του «Jurassic Park» και προσκάλεσε για άλλη μία φορά το κοινό σε ένα αυστηρά μεθοδευμένο και ως επί το πλείστον «χειροποίητο» roller coaster αγωνίας και τρόμου, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη την πιο πρωτόγονη ιδέα: δεινόσαυρους.

Μετά από 65 εκατομμύρια χρόνια, η κινηματογραφική ανάσταση των δεινοσαύρων προκάλεσε μαζική υστερία ορίζοντας ξανά την έννοια του μπλοκμπάστερ και το «Jurassic Park» κοινώνησε την αίσθηση του τεχνολογικού θαύματος με οικονομία στην αφήγηση, τοποθετώντας το μεγάλο θέαμα στις πραγματικές του διαστάσεις.

Οι κινηματογραφικές συνέχειες της τεράστιας εισπρακτικά επιτυχίας, αν και αποτέλεσαν κατάθεση λαϊκής επιταγής και ανάληψη χολιγουντιανού κέρδους, συμπλήρωσαν δειγματοληπτικά είδη δεινοσαύρων και ενίσχυσαν τη δράση, αλλά ξέχασαν κάτι βασικό: την αίσθηση της έκπληξης και τον εγγενή θαυμασμό που προκαλεί.

Το μεγάλο στοίχημα της ταινίας είναι να πείσει το κοινό, που είναι πλέον εξοικειωμένο με το ασύδοτο θέαμα. 

Εικοσι δύο χρόνια μετά το πάρκο τελικά ανοίγει, με ξεναγό αυτή τη φορά τον σκηνοθέτη Κόλιν Τρέβοροου, και το «Jurassic World» καλωσορίζει τους επισκέπτες-θεατές σε μία υποσχόμενη, συναρπαστική διαδρομή που υποθάλπει τη νοσταλγία του πρώτου ιδώματος και φρεσκάρει το franchise με τονωτικές ψηφιακές ενέσεις, που (ευτυχώς) δεν είναι ψεύτικες, πλαστικές και καλογυαλισμένες.

Επισκέπτες από όλο τον κόσμο συρρέουν κατά βούληση σε ένα πάρκο-ανασύσταση της ανθρώπινης ύβρης. Ξεχνούν πως η φυσική επιλογή αποτελεί τον πρώτο κανόνα της εξέλιξης των ειδών και ασυνείδητα διασκεδάζουν με τον εφιάλτη. Το όρια της βιοηθικής και το οικολογικό περίβλημα του κόνσεπτ, που πρωτοκατέθεσε ο συγγραφέας των βιβλίων Μάικλ Κράιτον, είναι παρόντα, αλλά – κακά τα ψέματα – αυτό είναι μόνο το επιφανειακό, ιδεολογικό περίβλημα. Το «Jurassic» θέλει θανάσιμους, απειλητικούς δεινόσαυρους, κυνηγητά, αίμα και περισσότερα… δόντια!

Οι αναμφίβολοι πρωταγωνιστές είναι οι δεινόσαυροι και εδώ η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι ο Τυραννόσαυρος Ρεξ, αλλά ένα γενετικά τροποποιημένο είδος (με το όνομα Indominus Rex) που σκορπά τον πανικό, όταν διαφεύγει (ασφαλώς) από το κλουβί του και προκύπτει πέρα από τεράστιο, να είναι και τετραπέρατο. Το μεγάλο στοίχημα της ταινίας είναι να πείσει το κοινό, που είναι πλέον εξοικειωμένο με το ασύδοτο θέαμα. Ενδεχομένως οι δεινόσαυροι να μην προκαλούν πια την εντύπωση του τότε, αλλά η ταινία εκμεταλλεύεται με αυτοπεποίθηση την 3D έκπληξη του τώρα.

Ο ανερχόμενος Κρις Πρατ («Οι Φύλακες του Γαλαξία») και η Μπράις Ντάλας Χάουαρντ («Σκοτεινό Χωριό»), δημιουργούν ένα ζευγάρι στα πρότυπα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και της Κάθριν Χέπμπορν. Τους λείπει το ειδικό βάρος, αλλά και οι δυο λειτουργούν με καλή χημεία που άγει την πλοκή.

Στην τελική, για ταινία που βασίζεται στην παλαιοντολογία, το «Jurassic World» αποδεικνύεται υπέρ του δέοντος παρελθοντολάγνο.

Όταν ξεσπάσει η κρίση στο πάρκο και το κυνηγητό αρχίσει, ο Τρέβοροου στήνει σφιχτά και ρυθμικά την περιπέτεια. Στηρίζεται όμως σε υπερθετικό βαθμό στη σκηνοθετική γραμμή του Σπίλμπεργκ και στη δομή της πρώτης ταινίας. Οι καλύτερες σκηνές του «Jurassic World» θα ανακαλέσουν αυτόματα τις ιδέες και το στήσιμο του «Jurassic Park». Οι σεναριογράφοι φαίνεται μάλιστα πως έχουν βαθιά επίγνωση των εσκεμμένων αναλογιών.

Μερικές απ’ αυτές είναι καλοδεχούμενες: ένας εργαζόμενος του πάρκου φορά μπλούζα του «Jurassic Park» και τα χιουμοριστικά του τσιτάτα θυμίζουν τον χαρακτήρα του Ίαν Μάλκολμ (Τζεφ Γκόλντμπλουμ), ενώ οι νότες του Τζον Γουίλιαμς και οι σκηνές που περιλαμβάνουν τα σκηνικά και τα αντικείμενα της ταινίας του ‘93, σχεδόν συγκινούν. Κομμάτι μάλιστα αυτής της συγκίνησης είναι που συντηρεί το ενδιαφέρον στο «World». Άλλες πάλι είναι εύκολες και φασόν. Για παράδειγμα το φινάλε, κινηματογραφικά είναι παρόμοιο και εννοιολογικά αποδέχεται την ήττα της νέας, ψηφιακής προσθήκης από μια αυθεντική, παραδοσιακή δύναμη.

Νέα εφέ, νέο πάρκο, νέος δεινόσαυρος. Θα διασκεδάσεις, αλλά κάτι θα σε κρατήσει πίσω. Το «Jurassic World» είναι μια παιδική χαρά, που όσο περνά η ώρα θυμάσαι πως την είχες ξαναεπισκεφθεί, και τότε ήταν συναρπαστική. Στην τελική, για ταινία που βασίζεται στην παλαιοντολογία, το «Jurassic World» αποδεικνύεται υπέρ του δέοντος παρελθοντολάγνο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ