Menu

Καζαντζάκης

Μετά τον «Καβάφη», τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο του «Ελ Γκρέκο» και τον Ιωάννη Βαρβάκη του «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι», ο Γιάννης Σμαραγδής συνεχίζει στο δρόμο των κινηματογραφικών βιογραφιών με το πομπώδες και άκρως προβληματικό πορτραίτο μιας ακόμη εμβληματικής εθνικής φιγούρας. 

Σε όλη την διάρκεια της μέχρι τώρα κινηματογραφικής του καριέρας, ο Γιάννης Σμαραγδής έχει αποδείξει με σαφήνεια δύο πράγματα: Πρώτον ότι είναι ένας σκηνοθέτης στον οποίο αρέσει να καταπιάνεται με μεγαλεπήβολες θεματικές και φιλόδοξα σχέδια που να εξάπτουν το λαϊκό αίσθημα. Δεύτερο και σημαντικότερο, ότι κατορθώνει μονίμως να εξατμίζει κάθε υποψία ζωής και προσωπικότητας από μέσα τους. 

Οι ταινίες του Σμαραγδή μοιάζουν με γιγάντια βιογραφικά σημειώματα τα οποία ξεδιπλώνονται επιγραμματικά στην οθόνη, αντί να επιχειρούν να διηγηθούν κανονικά μια ιστορία. Η τακτική αυτή αγγίζει το αποκορύφωμά της στον «Καζαντζάκη» όπου ο Σμαραγδής όχι μόνο φιλμάρει με τον ίδιο αποσπασματικό και ανερμάτιστο χαρακτήρα, αλλά και διαπράττει εξαρχής το μοιραίο λάθος να θεωρήσει δεδομένο ότι το κοινό του οφείλει να ξέρει από πριν τα πάντα για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα, αντί να ελπίζει ότι θα τα πληροφορηθεί από το σενάριο.

Μην κρίνοντας σκόπιμο να δίνει εξηγήσεις για το παραμικρό, και χοροπηδώντας από το ένα συμβάν στο άλλο δίχως να τον ενδιαφέρει να καλύψει τα αφηγηματικά χάσματα που μεσολαβούν στο μεταξύ, ο Σμαραγδής υποχρεώνει τον θεατή να παρακολουθεί απαθής και σε μεγάλη συναισθηματική απόσταση καθώς φροντισμένες εικόνες περνούν από μπροστά του σαν τηλεγραφήματα χωρίς αποδέκτη και ήρωες περιφέρονται ανταλλάσσοντας στομφώδη τσιτάτα και βαρυσήμαντα βλέμματα, τις ελάχιστες φορές που το ανελέητο voice over αποφασίζει να σιγήσει. 

Ολόκληρο το φιλμ είναι ένας μονότονος φιλμικός σιδηρόδρομος γεγονότων που κινείται από τη μια πομπώδη σκηνή στην άλλη χωρίς καμία αίσθηση αφηγηματικής ισχύος ή στοιχειώδους ρυθμού.

Αυτός ο άτυχος συνδυασμός αοριστίας και σοβαροφάνειας, τον οποίο σαφέστατα επιβάλλει η σκηνοθεσία, αντανακλάται αναπόφευκτα και στις ερμηνείες, αναγκάζοντας τους ηθοποιούς να ενσαρκώνουν όχι ρόλους αλλά ομοιώματα ρόλων. Στο ρόλο του Καζαντζάκη, για παράδειγμα, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος κατορθώνει να περάσει ολόκληρη την ταινία αλλάζοντας μόνο δύο εκφράσεις, δείχνοντας πότε απορημένος και πότε συνοφρυωμένος. Όταν, δε, την προχωρημένη ηλικία του συγγραφέα αναλαμβάνει να αποδώσει ο Στέφανος Ληναίος, φαντάζει τόσο απότομη η μεταμόρφωση του ήρωα μέσα σε τέσσερα μόλις χρόνια (!) ώστε απαλλάσσεται πάσης αληθοφάνειας και σοβαρότητας. 

Από την άλλη, η παρουσία της σταθερά όμορφης μα μονίμως ανεκμετάλλευτης Μαρίνας Καλογήρου παραμένει διακοσμητική, είναι λιγότερο ενοχλητική, παρ’ όλα αυτά, από τον τραγέλαφο της υστερικά ιδεαλίστριας Εβραιοπούλας που κλήθηκε να ζωντανέψει η Γιούλικα Σκαφιδά σε μια από τις πάμπολλες μισογυνικές παραφωνίες του φιλμ. Ο Θοδωρής Αθερίδης και ο Αργύρης Ξάφης, στο ρόλο του Ζορμπά ο πρώτος και του δυναστικού Κρητικού πατέρα ο δεύτερος, μάταια προσπαθούν να αναμετρηθούν με τα αφόρητα γραφικά στερεότυπα που τους ζητήθηκε να υποδυθούν. Κι αν θέλουμε να αναφερθούμε στο πώς προσεγγίζει ερμηνευτικά ο Νίκος Καρδώνης τον Άγγελο Σικελιανό, θα πρέπει να μιλήσουμε για μια ερμηνεία η οποία αγγίζει τα ύψη του high camp, ασχέτως αν (άθελά της;) αποτελεί τη μοναδική απολαυστική λεπτομέρεια σε ολόκληρη την ταινία. 

Ο «Καζαντζάκης» είναι πολύ πιθανό να αποτελεί την πιο συγκροτημένη σκηνοθετικά δημιουργία του Σμαραγδή, αν θεωρήσουμε ότι σκηνοθεσία σημαίνει μια εναλλαγή διαφημιστικής αισθητικής πλάνων. Μπορεί η διεύθυνση φωτογραφίας του σπουδαίου Άρη Σταύρου (υπεύθυνου, μεταξύ πολλών άλλων, για τους «Απέναντι» του Γιώργου Πανουσόπουλου, τη «Γλυκιά Συμμορία» του Νίκου Νικολαΐδη και τη «Φωτογραφία» του Νίκου Παπατάκη) να προσδίδει υπόσταση στο φιλμ, στην ουσία, όμως, ελάχιστα μπορεί να προσφέρει ένας μέγιστος οπερατέρ σε έναν σκηνοθέτη ο οποίος αγνοεί βασικούς κανόνες περί δραματουργίας, διαρκώς απασχολημένος όπως είναι με το να συλλέγει μανιωδώς καρτποσταλικές εικόνες.
 
Όσο καλοδεχούμενες κι αν είναι οι προθέσεις του Γιάννη Σμαραγδή για μια μεγάλων διαστάσεων ελληνική παραγωγή, από αυτές που σπάνια πλέον μπορεί να πραγματοποιήσει η εγχώρια κινηματογραφία, ολόκληρο το φιλμ είναι ένας μονότονος φιλμικός σιδηρόδρομος γεγονότων που κινείται από τη μια πομπώδη σκηνή στην άλλη χωρίς καμία αίσθηση αφηγηματικής ισχύος ή στοιχειώδους ρυθμού. 

Το χειρότερο πταίσμα του «Καζαντζάκη», όμως, είναι ότι επικαλείται το όνομα και τα λόγια ενός από τους μέγιστους λογοτέχνες του 20ού αιώνα, δίχως να κάνει στο ελάχιστο τον κόπο να τον κατανοήσει, να τον προσγειώσει στις διαστάσεις του ανθρώπινου, να μεταφράσει έστω και μία ιδεά των βιβλίων του για χάρη του κοινού, να μην τον απλουστεύσει και να μην τον υποτιμήσει. Μεγάλος χαμένος και απών αυτού του ανάξιου έπους είναι, εν τέλει, ο ίδιος ο συγγραφέας. 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ