Menu

Love

Ο Γκασπάρ Νοέ καταποντίζεται μέσα στο προβοκατόρικο εγχείρημά του να εξισώσει την αγάπη (που ο τίτλος εμφαντικά υπογραμμίζει) με την ερωτική φρενίτιδα, προσφέροντας ένα φλύαρο φιλμ 2,5 περίπου ωρών όπου πρωταγωνιστούν το (μέτριο) σεξ κι ένας ενοχλητικά ηλίθιος ήρωας, τον οποίο γνωρίζουμε μέσα από τις παραστατικότατες μνήμες του γύρω από μία θυελλώδη σχέση που αδυνατεί να ξεπεράσει.

Στο «Love», όλα ξεκινούν με ορεκτικό μία σκηνή αμοιβαίου αυνανισμού μεταξύ του Μέρφι (Καρλ Γκλάσμαν) και της Ηλέκτρας (Αόμι Μιούοκ). Έπειτα, ένα πρωτοχρονιάτικο πρωινό, ο Μέρφι ξυπνά δίπλα στη γυναίκα του Ομι (Κλάρα Κριστίν) και το δίχρονο παιδί τους. Στον τηλεφωνητή ακούγεται η μητέρα της Ηλέκτρας, η οποία αναζητά την εδώ και μέρες εξαφανισμένη κόρη της. Το μήνυμα αυτό πυροδοτεί τις – ολοζώντανες για τον ίδιο και με τη συνδρομή του 3D παραστατικότατες για εμάς – μνήμες του Μέρφι από την προηγούμενη, περιπετειώδη σχέση του. Με το «περιπετειώδη» για ταινία του Γκασπάρ Νοέ, γνωστού και μη εξαιρετέου σκηνοθέτη των «Μη Αναστρέψιμος» και «Μόνος Εναντίων Ολων», να συνεπάγεται τουλάχιστον σεξ, αφού εδώ λείπει το αίμα.

Ο Αργεντινός προβοκάτορας επιδίδεται για άλλη μία φορά στις γνωστές του μανιέρες: χώνει τους πρωταγωνιστές του σε night club, τους λούζει με φωτορυθμικά και μουσική, τους βάζει να ζουν και να αναπνέουν μέσα σε συνεχείς χωροχρονικές αναδρομές, ενώ αντιμετωπίζει την όλη ιστορία ως ένα υποκειμενικό ταξίδι του κεντρικού ήρωα. Παράλληλα βέβαια, δε λείπει η αναντίρρητη επιδεξιότητά του στο τεχνικό κομμάτι, η εμμονή του στην κατάλληλη γωνία λήψης, τις λεπτομέρειες του κάδρου και φυσικά στην πλανοθεσία.

Ωστόσο, προϋποθέτει τρομερά καλή διάθεση ώστε να παραμερίσει κανείς την αφόρητα προσχηματική ιστορία και τους απροκάλυπτα κοινότοπους και ρηχούς μονολόγους του Μέρφι (δίχως υπερβολή, ενός από τους πιο ηλίθιους ήρωες που έχουμε συναντήσει στο σινεμά), μόνο και μόνο για να δει τον Νοέ να εξισώνει την αγάπη (που ο τίτλος εμφατικά υπογραμμίζει) με την ερωτική φρενίτιδα, η οποία εκτείνεται από τις τρυφερές περιπτύξεις των αρχών της σχέσης, σε ερωτικά τρίγωνα και ομαδικά όργια.

Ενδιάμεσα μάλιστα, δε λείπουν οι συνεχείς αναφορές των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων προς τον σκηνοθέτη τους, οι οποίες όσο κι αν πλασάρονται ως αυτοσαρκαστικές, ελάχιστα καταφέρνουν να κρύψουν την αυταρέσκεια του εμπνευστή τους.

Ως προς το επίμαχο, σεξουαλικό στοιχείο, η αλήθεια είναι πως -ποσοτικά τουλάχιστον- το «Love» γονατίζει ακόμα και τη «Ζωή της Αντέλ», κοντράρει το «Nymphomaniac», ενώ δείχνει τον δρόμο (τον σωστό, τον πρόστυχο) στους υπεύθυνους των σεμνότυφων «50 Αποχρώσεων του Γκρι» για το πώς γυρίζεις μια ταινία-οφθαλμόλουτρο, δίχως να αποκλείσεις τη διανομή της στις αίθουσες. Το κατά πόσο αξίζει το οφθαλμόλουτρο βέβαια είναι μια άλλη ιστορία, αφού ο Νόε δείχνει περισσότερο προσηλωμένος στο να ξεγυμνώσει τους ήρωές του σε όσο το δυνατόν περισσότερες σκηνές, παρά να φροντίσει το επιμελές χτίσιμο ενός ερωτικού τριγώνου που θα αποπνέει ένταση και ερωτισμό.

Το σίγουρο πάντως είναι πως ο Νοέ κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου να ανταμείψει το κοινό του με ό,τι ακριβώς του είχε υποσχεθεί: ένα «φιλμ που θα κάνει τους άνδρες να καυλώσουν και τις γυναίκες να… μουσκέψουν». Το πρόβλημα βέβαια είναι πως εστιάζει αποκλειστικά σ’ αυτό (που στην τελική δεν το κάνει και καλά), ξεχνώντας κάτι πολύ βασικό: να κάνει μία κανονική ταινία, αντί για κάτι που μοιάζει με ταινία πηγμένη στο (μέτριο) σεξ μέχρι τελικής πτώσεως, με πρόσχημα μάλιστα την προσπάθεια του ενοχλητικά αφελούς πρωταγωνιστή να χωνέψει πώς διάολο έχασε τον έρωτα της ζωής του. Ε, λογικά, κάπου ανάμεσα στο τρίτο κέρατο και τη δεύτερη παρτούζα, σωστά;

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ