Menu

Μαζί ή Τίποτα

Εγκλωβισμένος στις συμβάσεις ενός mainstream σινεμά που δεν του ταιριάζει απόλυτα, ο Φατίχ Ακίν με την καινούρια του ταινία επιχειρεί μια επίκαιρη πολιτική δήλωση για την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη αλλά προσεγγίζει επιδερμικά το θέμα του, με αποτέλεσμα να μην προσφέρει οτιδήποτε φρέσκο, τόσο από άποψη περιεχομένου όσο και από άποψη φόρμας. 

Εμπνευσμένος από τις δολοφονίες μεταναστών που έλαβαν χώρα στην Γερμανία κατά την διάρκεια των 00s, o Φατιχ Ακίν τοποθετεί στο επίκεντρο της ιστορίας του την τραγική φιγούρα της Κάτια (Βραβείο Καλύτερης Ηθοποιού στο Φεστιβάλ Καννών για την Νταϊάν Κρούγκερ) η οποία βλέπει τον Τούρκο σύζυγό της να πεθαίνει μαζί με τον μοναχογιό τους μετά από έκρηξη βόμβας μπροστά από το γραφείο του. Οι πρώτες έρευνες της αστυνομίας αποβαίνουν άκαρπες αλλά σύντομα αποκαλύπτεται ότι υπεύθυνοι για το τυφλό χτύπημα είναι ένα ζευγάρι νεοναζί. Έχοντας χάσει για πάντα τους πιο αγαπημένους της ανθρώπους, η βυθισμένη στην θλίψη Κάτια αποφασίζει να φτάσει στα άκρα προκειμένου να αποδοθεί δικαιοσύνη. 

H ραγδαία άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη της οικονομικής κρίσης είναι ένα εντελώς γνώριμο φαινόμενο στα μέρη μας και αυτός ίσως είναι ένας από τους λόγους που ο Ακίν επιλέγει ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του να διαδραματιστεί στην Ελλάδα, με τις συμμετοχές-έκπληξη στο καστ του Γιάννη Οικονομίδη (στον ρόλος ενός χρυσαυγίτη) και της Γιούλας Μπούνταλη. Επίσης γνωστή, είναι και η διαφθορά ενός σημαντικού κομματιού της αστυνομίας, της δικαστικής εξουσίας αλλά και των μίντια που, όπως στην ταινία έτσι στην πραγματικότητα, αρέσκονται στο να διαστρεβλώνουν γεγονότα, παραπλανώντας και κατευθύνοντας την κοινή γνώμη. Όσα ακολούθησαν των δολοφονιών Φύσσα και Γρηγορόπουλου είναι αρκούντως ενδεικτικά. 

Δυστυχώς, στο «Μαζί ή Τίποτα», ο Γερμανός – τουρκικής καταγωγής σκηνοθέτης, προσεγγίζει ελαφρώς επιδερμικά το θέμα του και δεν καταφέρνει να εμβαθύνει στον βαθμό που θα επέτρεπε στο φιλμ του να προβληματίσει πέρα από ένα προφανές πρώτο επίπεδο. Αν και αρκετά εύστοχα ο Ακίν και ο συν-σεναριογράφος του Χαρκ Μπομ αφιερώνουν την δεύτερη πράξη της ταινίας στις καταθέσεις των μαρτύρων στην δίκη που ακολουθεί της σύλληψης των νεοναζί, κάποια κραυγαλέα σεναριακά κενά προδίδουν την αφηγηματική συνοχή και αφαιρούν από τις σκηνές την στιβαρότητα που αρμόζει σε ένα δικαστικό δράμα. Έτσι, η ταινία εκτυλίσσεται ως μια απλή αλληλουχία γεγονότων η οποία ολοκληρώνεται με ένα φινάλε μουδιασμένο και αβέβαιο. 

Μπορεί να έφυγε θριαμβευτής από την απονομή των Χρυσών Σφαιρών κερδίζοντας το βραβείο Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, παρόλα αυτά, ο συμπαθέστατος δημιουργός του «Μαζί Ποτέ» και της «Ακρης του Ουρανού» παραμένει καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας εγκλωβισμένος στις συμβάσεις ενός mainstream σινεμά του οποίου δεν είναι μετρ και μοιραία το «Μαζί ή Τίποτα» στέκεται αδύναμο να προσφέρει οτιδήποτε φρέσκο τόσο στην φόρμα όσο και στο περιεχόμενο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search