Menu

Μεγαλώνοντας

Αργυρή Άρκτος Καλύτερης Σκηνοθεσίας στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βερολίνου, μαζί με το ηχηρότερο και πιο ενθουσιώδες χειροκρότημα που ακούστηκε για ταινία ολόκληρου του διαγωνιστικού προγράμματος, το «Boyhood» αποτελεί ένα κινηματογραφικό επίτευγμα και επικυρώνει τον δημιουργό του ως έναν από τους λίγους πραγματικούς auteurs του μοντέρνου αμερικανικού σινεμά.

Τον Ιούλιο του 2002 ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ ξεκίνησε εντελώς απροειδοποίητα να γυρίζει μια ταινία. Την ολοκλήρωσε μόλις φέτος. Στο ενδιάμεσο, και για δώδεκα συνεχή έτη, ο σκηνοθέτης του «Πριν το Ξημέρωμα» επιστράτευε τους ίδιους τέσσερις βασικούς ηθοποιούς και για μία εβδομάδα κάθε χρόνο τους παρατηρούσε, καθώς υποδύονταν τα μέλη μιας μεσοαστικής οικογένειας του Τέξας.

Με τον πατέρα να κάνει αραιά και πού την εμφάνισή του, μια χωρισμένη μητέρα προσπαθεί να αναθρέψει με όσες περισσότερες ανέσεις μπορεί τα δυο της παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, μετακομίζοντας από πόλη σε πόλη, από σπίτι σε σπίτι κι από τον ένα περιπετειώδη γάμο στον άλλο.

Καθώς οι γεωγραφικές συντεταγμένες αλλάζουν και κάθε αίσθηση μονιμότητας μοιάζει να αποτελεί όλο και μακρινή προοπτική, οι δυο ανήλικοι ήρωες προσπαθούν να προσαρμοστούν στην διαρκή προσωρινότητα που βιώνουν και ταυτόχρονα να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις και στις αλλαγές που επιφέρει η εφηβεία τους.

Με αυτό τον λιτό σκελετό ιστορίας, και με την αφήγηση επικεντρωμένη στο συνεσταλμένο αγόρι της οικογένειας και στην εξελικτική πορεία που διανύει εσωτερικά και εξωτερικά, καθώς τον παρατηρούμε να μεγαλώνει από τα έξι έως τα 18 του χρόνια, ο Λινκλέιτερ μετατρέπει το φιλμ του σε ένα εκτενές και πλήρως ανεπιτήδευτο home movie.

Η πλησιέστερη κινηματογραφική αναλογία που μπορεί να γίνει με την ταινία του είναι η περίφημη σειρά ντοκιμαντέρ «Up», με την οποία ο Μάικλ Άπτεντ επισκεπτόταν κάθε εφτά χρόνια και επί τέσσερις δεκαετίες μια ομάδα παιδιών βρετανικής καταγωγής, παρατηρώντας τα μέσα από τον φακό του να μεγαλώνουν και να διαμορφώνουν χαρακτήρα.

Στον τομέα του σινεμά μυθοπλασίας, ωστόσο, ένα τέτοιο εγχείρημα δεν έχει ποτέ επαναληφθεί σε τέτοιο βαθμό (ο μόνος που το αποπειράθηκε ήταν ο Μάικλ Γουιντερμπότομ με το πενταετούς γυρίσματος «Everyday», το 2012), γεγονός που δίνει αυτομάτως στην ταινία του Λινκλέιτερ την αξία ενός επιτεύγματος. Πρόκειται, παρ’ όλα αυτά, για ένα επίτευγμα που δεν αρκείται στο να περιφέρει την πρωτοτυπία του, ούτε πασχίζει να δημιουργήσει φιλμικό προηγούμενο απλά και μόνο επειδή μπορεί.

Αφότου κατόρθωσε να συγκεντρώσει με μοναδικό τρόπο 18 ολόκληρα έτη από την γνωριμία και την πορεία ενός ζευγαριού, στην εκπληκτική τριλογία που ολοκληρώθηκε πέρσι χάρη στο «Πριν τα Μεσάνυχτα», ο Λινκλέιτερ ανανεώνει κι εδώ τις εξερευνήσεις του πάνω στην έννοια του χρόνου και στα υλικά από τα οποία σμιλεύονται οι ανθρώπινες σχέσεις.

Μόνο που στο «Boyhood», οι δείκτες του ρολογιού «γράφουν» ρεαλιστικότερα από ποτέ επάνω στα πρόσωπα των συντελεστών, ενώ οι στενοί οικογενειακοί δεσμοί και η εμπειρία ενηλικίωσης ενός αγοριού που συναντάμε εδώ μετατρέπονται μαγικά σε έναν ευρύτερο στοχασμό πάνω στη διαδικασία της ύπαρξης ως μια αέναη τελετουργία μεταμόρφωσης, προσαρμογής και διαρκούς αυτοπροσδιορισμού.

Αποφεύγοντας τις μεγαλοστομίες, ο σκηνοθέτης επικεντρώνεται στις σύντομες στιγμές οικειότητας, στις φευγαλέες λεπτομέρειες που χρωματίζουν την ζωή με καταλυτικούς τρόπους οι οποίοι ενδεχομένως να μην είναι πάντοτε ορατοί. Και μέσα από την φαινομενική ασημαντότητα της καθημερινής παρατήρησης καταλήγει να δημιουργεί ένα πανέμορφο σχόλιο πάνω στο τι ακριβώς σημαίνει να μεγαλώνεις και να γυρεύεις τη θέση σου στον κόσμο.

Δημιουργός που επενδύει πολλά στις αναπάντεχες χημείες που αποκτούν οι ηθοποιοί του μεταξύ τους, ο Λινκλέιτερ έπραξε σοφά επιλέγοντας ως πρωταγωνιστή του τον Έλαρ Κολτρέιν, έναν εξάχρονο ερασιτέχνη τον οποίο βλέπουμε να ωριμάζει και να σμιλεύεται ενώπιον της κάμερας με έναν εντελώς φυσικό τρόπο που ουδέποτε στο παρελθόν έχει συμβεί στο σινεμά.

Μαζί με τον ηθοποιό του ωριμάζει, παρ’ όλα αυτά, και ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Όσο ο καιρός περνάει και παρακολουθούμε τον μικροκαμωμένο πιτσιρικά να γαλουχείται σταδιακά στο σύμπαν των μεγάλων, τόσο πιο έντονα το βλέμμα του Λινκλέιτερ αποκτά μια καθαρότητα και μια ψυχραιμία που φροντίζει και αναδεικνύει το σύνηθες στα μεγέθη του πρωτόγνωρου.

Με μια διακριτική δουλειά στο μοντάζ και στην αντίληψη του χρόνου, όπου το πέρασμα των ετών γίνεται σαφές από τις αλλαγές στα χαρακτηριστικά των ηρώων και από τα τραγούδια που ακούγονται στο σάουντρακ, το τρίωρο σχεδόν «Boyhood» κυλά όπως τα ήσυχα νερά ενός ποταμού.

Στην επιφάνειά του βλέπουμε να καθρεφτίζεται η ιστορία ενός αγοριού. Που μας συστήνεται στο πρώτο πλάνο χαζεύοντας νωχελικά τον ουρανό. Και μας αποχαιρετά στο φινάλε, στο κατώφλι της ενήλικης ζωής του, έχοντας πλέον σχηματιστεί σε έναν κανονικό άντρα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ