Menu

Ο Αγγελιαφόρος Πρέπει να Πεθάνει

Ο δημιουργός του τηλεοπτικού «Homeland» βουτά σε βαθιά νερά συνομωσίας και ίντριγκας, για λογαριασμό της μεγάλης οθόνης αυτή τη φορά, και αναπαριστά αξιοπρεπώς τα πραγματικά συμβάντα που μετέτρεψαν έναν Αμερικανό δημοσιογράφο σε υπερασπιστή της αλήθειας και ταυτόχρονα σε μάρτυρα.

Τις ταινίες τις φτιάχνουν πρωτίστως οι ιστορίες. Κρίμα μοναχά που, μερικές φορές, όσο δυνατές κι αν είναι οι ιστορίες, άλλο τόσο δύσκολο μοιάζει στις ταινίες να σταθούν επάξια απέναντί τους.

Μια τέτοια περίπτωση είναι και το καινούργιο φιλμ του Μάικλ Κουέστα, ο οποίος είναι υπεύθυνος για δυο από τις πιο πολυσυζητημένες σειρές της μοντέρνας τηλεόρασης («Six Feet Under» και «Homeland»), όπως και για το «L.I.E» (2001), ένα πολύ ενδιαφέρον δράμα με αντικείμενο την παιδοφιλία που δεν έτυχε να προβληθεί ποτέ στη χώρα μας.

Στην περίπτωση του «Ο Αγγελιοφόρος Πρέπει να Πεθάνει», ο επαγγελματισμός του Κουέστα πίσω από την κάμερα είναι δεδομένος.

Το σοβαρό λάθος που διαπράττει, ωστόσο, ο σκηνοθέτης είναι το ότι αφήνει ένα καθηλωτικό και πέρα για πέρα αληθινό στις εξιστορήσεις του υλικό να προσγειωθεί απότομα στα επίπεδα του σχηματικού.

Η ταινία ταξιδεύει στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και ασχολείται με την περίπτωση του Γκάρι Γουέμπ, ενός βραβευμένου με Πούλιτζερ δημοσιογράφου ο οποίος έβαλε σε κίνδυνο τη ζωή και είδε την καριέρα του σταδιακά να καταστρέφεται όταν βάλθηκε να ξεσκεπάσει τις ύποπτες διασυνδέσεις που ένωναν τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας του με τους πανίσχυρους λαθρέμπορους της Κεντρικής Αμερικής και τους αντάρτες της Νικαράγουα και έδειχναν ότι η C.I.A υπήρξε η βασική υπεύθυνη για την επιδημία της κοκαΐνης και του κρακ που έπληξε τις μητροπολιτικές κοινότητες των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μέσα από μια σειρά άκρως αποκαλυπτικών άρθρων τα οποία δημοσίευε στη μικρού βεληνεκούς εφημερίδα San Jose Mercury News, ο Γουέμπ κατάφερε να αποδείξει πώς κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Ρόναλντ Ρέιγκαν η C.I.A χρησιμοποιούσε τους κόντρας για να φυγαδεύσει μεγατόνους ναρκωτικών στους δρόμους της Αμερικής και σε αντάλλαγμα χρηματοδοτούσε τον στρατό τους ενάντια στην αριστερή (και καθόλου αρεστή στα υψηλόβαθμα μέλη του Λευκού Οίκου) κυβέρνηση των Σαντινίστας.

Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς από την παραπάνω σύνοψη, σε επίπεδο περιεχομένου η ταινία είναι ζουμερή και ωφελείται ιδιαίτερα από την πρωταγωνιστική ερμηνεία του Τζέρεμι Ρένερ, ενός ηθοποιού που σε παλιότερες δεκαετίες είναι πολύ πιθανό να είχε καριέρα αντίστοιχη με εκείνη του Ντάστιν Χόφμαν ή του Αλ Πατσίνο.

Όμως επειδή ο Μάικλ Κουέστα δεν είναι, δυστυχώς, δημιουργός της τάξεως ενός Σίντνεϊ Λιουμέτ, ο οποίος στο παρελθόν είχε αντλήσει από παρόμοια θέματα και προβληματικές μερικές από τις πιο δυνατές ταινίες του (όπως το «Σέρπικο» του 1973 και το «Τον Έλεγαν Πρίγκιπα της Πόλης» του 1981), η περίπτωση του Γκάρι Γουέμπ και της μοναχικής σταυροφορίας του καταλήγει στη μεγάλη οθόνη απλουστευμένη και ίσως μονοδιάστατη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search