Menu

Ο Άνθρωπος Που Σκότωσε Τον Δον Κιχώτη

Ένα από τα πιο καταραμένα και αντίξοα σχέδια στα χρονικά του σινεμά ολοκληρώνεται, έπειτα από περιπέτειες 25 ετών, χάρη στην επιμονή του 77χρονου σκηνοθέτη του, έστω κι αν το τελικό αποτέλεσμα δεν δικαιώνει το μέγεθος της προσπάθειας.

Το σημαντικότερο πράγμα γύρω από την πολύπαθη δημιουργία του Τέρι Γκίλιαμ ίσως να μην είναι τελικά η ολοκλήρωσή της, έπειτα από καθυστέρηση 29 ετών, αλλά τα όσα συνέβησαν μέσα στο διάστημα αυτό. Μακροχρόνιος πόθος του 77χρονου πλέον σκηνοθέτη για μια ανορθόδοξη επική περιπέτεια, αμυδρά εμπνευσμένη από τον λογοτεχνικό ογκόλιθο του Μιγκέλ ντε Θερβάντες, η ταινία ξεκίνησε να γυρίζεται στα τέλη της δεκαετίας του '90 με πρωταγωνιστές τους Ζαν Ροσφόρ (Δον Κιχώτης) και Τζόνι Ντεπ (Σάντσο Πάντσα) και στην πορεία επλήγη από πλημμύρες, αρρώστιες, ατυχήματα και αμέτρητα τεχνικά προβλήματα μέχρι που αποφασίστηκε η ακύρωσή της. 

Από τότε μέχρι σήμερα, ο Γκίλιαμ επιχείρησε ανεπιτυχώς να γυρίσει την ταινία άλλες δύο φορές, τη μία με πρωταγωνιστές τους Ρόμπερτ Ντιβάλ και Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, την άλλη με τους Τζον Χερτ και Τζακ Ο' Κόνελ, ενώ το 2002 κυκλοφόρησε στις αίθουσες το ντοκιμαντέρ «Lost in La Mancha», ένα εξαιρετικό χρονικό της καταστροφικής παραγωγής και της γιγαντιαίας εμμονής ενός σκηνοθέτη να φέρει πάση θυσία εις πέρας το όραμά του. 

Η εμμονή αυτή κατέστησε δυνατό να ολοκληρωθεί τελικά φέτος το «The Man Who Killed Don Quixote», με πρωταγωνιστές πλέον τους Τζόναθαν Πράις και Άνταμ Ντράιβερ, έστω κι αν μια νέα σειρά από προβλήματα λίγο έλειψε να εμποδίσει την πρεμιέρα του φιλμ στις Κάννες: μια δικαστική διαμάχη μεταξύ του Γκίλιαμ και του παραγωγού Πάουλο Μπράνκο σχετικά με τα δικαιώματα της ταινίας, η απόφαση της Amazon να αποσυρθεί από τη διανομή της στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα ελαφρύ εγκεφαλικό που φημολογείται ότι υπέστη ο σκηνοθέτης και η αίσθηση ότι οι αντιξοότητες δεν έχουν τελειωμό. 

Από τον «Δον Κιχώτη» απομένει μόνο η μεγαλειώδης πρόθεση, ένα επίπονο καλλιτεχνικό ταξίδι που έφτασε επιτέλους στον προορισμό του και η αξιοθαύμαστη σταυροφορία του σκηνοθέτη.

Με αυτά τα δεδομένα υπόψη, εύκολα μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ο κινηματογραφικός «Δον Κιχώτης» αποτελεί τον ορισμό της καταραμένης ταινίας, μιας ατυχέστατης δημιουργίας για την οποία όλα φαίνεται να συνηγόρησαν ώστε να μην συμβεί. Την ίδια στιγμή δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην αντιμετωπίζει με θαυμασμό το πείσμα και την αποφασιστικότητα με την οποία ο Τέρι Γκίλιαμ περίμενε τρεις περίπου δεκαετίες μέχρι να την πραγματοποιήσει. Όση συμπάθεια κι αν έχει κανείς για τον σκηνοθέτη του «Μπραζίλ» και του «12 Πίθηκοι», και όσο μεγάλος είναι ο σεβασμός του για τη δοκιμασία που βίωσε όλα αυτά τα χρόνια, είναι πολύ δύσκολο να δικαιώσει τον τραγέλαφο που αντικρίζει επί δύο ώρες και δώδεκα λεπτά στην οθόνη. 

Πλησιέστερα σε πνεύμα στις «Περιπέτειες του Βαρώνου Μινχάουζεν» (1988), ο «Άνθρωπος που Σκότωσε τον Δον Κιχώτη» αντλεί μια μεταμοντέρνα ιστορία μέσα από τη μυθιστορηματική κληρονομιά του Θερβάντες. Σε αυτήν, ένας κυνικός Αμερικανός σκηνοθέτης μετακομίζει προσωρινά στην Ισπανία, θέλοντας να γυρίσει μια φιλόδοξη διασκευή στον «Δον Κιχώτη» για λογαριασμό ενός διεφθαρμένου επιχειρηματία με ύποπτες διασυνδέσεις. Καθώς έχει περιέλθει, ωστόσο, σε μεγάλο δημιουργικό τέλμα, το αδιέξοδό του βοηθάει μια σύντομη επίσκεψη σε ένα κοντινό χωριό. Εκεί, στα χρόνια της νιότης του, είχε γυρίσει μια ανεξάρτητη και χαμηλού κόστους εκδοχή του ίδιου βιβλίου, χρησιμοποιώντας για τον πρωταγωνιστικό ρόλο έναν καλοκάγαθο υποδηματοποιό. Όταν τον συναντά ξανά, έπειτα από τόσα χρόνια, ο σκηνοθέτης συνειδητοποιεί ότι ο πρώην ηθοποιός του πήρε λίγο παραπάνω σοβαρά τον ρόλο και πλέον πιστεύει ότι είναι ο Δον Κιχώτης, μπερδεύοντας τον νεαρό ήρωα για τον μυθιστορηματικό του ακόλουθο, τον Σάντσο Πάντσα. Από εκεί και έπειτα, μια σειρά από συγκυρίες ενώνουν τους δυο άντρες σε ένα ξέφρενο οδοιπορικό, το οποίο φλερτάρει διαρκώς με την παραίσθηση. 

Καθώς το σενάριο μετακινεί διαρκώς τους ήρωες μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, και ολόκληρη η ταινία εκτυλίσσεται σε ένα καρναβαλικό σύμπαν παραμυθιού, ο Γκίλιαμ είχε θεωρητικά την ευκαιρία να δουλέψει σε ένα φαντασμαγορικό καμβά και να αφήσει αχαλίνωτο το σκηνοθετικό του δαιμόνιο. Δυστυχώς, όμως, η φαντασία και ο υπερβολικός ζήλος οδηγούν στο εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα, εξαπολύοντας στην οθόνη ένα θορυβώδες και ανοικονόμητο χάος, με πλάνα υπερβολικά φορτωμένα, παιδιάστικης σύλληψης ιδέες, μπουφόνικη διάθεση και ένα σενάριο το οποίο αγγίζει την ασυναρτησία. Από τον οπτικοακουστικό αχταρμά διασώζονται ελάχιστα πράγματα και ίσως τα πιο ενδιαφέροντα να είναι οι δύο πρωταγωνιστές και η μανιακή ενέργεια με την οποία φιλμάρει ο Γκίλιαμ. 

Μακάρι, όμως, η ενέργεια αυτή να είχε τοποθετηθεί στην υπηρεσία μιας καλύτερης και πιο συμπαγούς ταινίας. Από τον «Δον Κιχώτη» απομένει μόνο η μεγαλειώδης πρόθεση, ένα επίπονο καλλιτεχνικό ταξίδι που έφτασε επιτέλους στον προορισμό του και η αξιοθαύμαστη σταυροφορία του σκηνοθέτη. Ο οποίος πάλεψε για να ζωντανέψει τη μοναχική φαντασίωσή του, έστω κι αν εν τέλει κατέληξε να κυνηγά κινηματογραφικούς ανεμόμυλους.  

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ