Menu

Ο Χειμώνας

Νεαρός, επίδοξος συγγραφέας επιστρέφει από το Λονδίνο στη γενέτειρά του λόγω οικονομικής δυσχέρειας, για να βρεθεί αντιμέτωπος με τα προσωπικά του αδιέξοδα και τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα του. Από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου ελληνική (συμ)παραγωγή καταπιάνεται με το είδος του φανταστικού, ο «Χειμώνας» διακρίνεται για τη σχεδόν φετιχιστική φροντίδα του στο οπτικό αποτέλεσμα, υστερώντας ωστόσο στην προσήλωση και εμβάθυνση του πυρήνα της ιστορίας που αφηγείται.

Ο Νίκος (Τέο Αλμπάνης), ένας τριαντάχρονος επίδοξος συγγραφέας, αποφασίζει να αφήσει το Λονδίνο λόγω οικονομικών προβλημάτων, για να επιστρέψει κρυφά από όλους στο εγκαταλελειμμένο πατρικό του στη Σιάτιστα.

Η επιστροφή στη γενέτειρα σημαδεύεται από τον πρόσφατο μυστηριώδη θάνατο του πατέρα του (Βαγγέλης Μουρίκης), την αυξημένη περιέργεια των χωριανών, αλλά κυρίως την ισχυρή τάση του να καταφεύγει στη φαντασία προκειμένου να ξεφύγει από τα φαντάσματα του παρελθόντος και την αδιέξοδη πραγματικότητα.

Ο «Χειμώνας» του Κωνσταντίνου Κουτσολιώτα είναι μία ταινία φαντασίας και σκοτεινού ρομαντισμού, περιπλεγμένη ανάμεσα στα παιδικά τραύματα του ήρωά της και τα υπαρξιακά αδιέξοδα που βάλλουν τη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων.

Μοιάζει με εμμονική δήλωση υπέρ μιας άνευ όρων υπεκφυγής στη φαντασία, μακριά από την οδύνη της πραγματικότητας και τα βάρη του παρελθόντος.

Παράλληλα, είναι και μία χαοτική αφήγηση, η οποία εμποτίζεται από τις λογοτεχνικές επιρροές του σκηνοθέτη της (βλ. Λάβκραφτ και Πόε), ενώ φροντίζει να διατρανώσει σε κάθε ευκαιρία την ξεχωριστή αγάπη του για το φανταστικό, μέσα από μία σειρά ιδιαίτερα φροντισμένων ψηφιακών εφέ.

Η πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του εγκατεστημένου μόνιμα στο Λονδίνο Κουτσολιώτα, τοποθετεί στον πυρήνα της προβληματικής της την εγκατάλειψη, την οποία και διακρίνει σε διαφορετικά επίπεδα: του τόπου και τρόπου ζωής, των σημαντικών «Άλλων», της ίδιας της πραγματικότητας.

Η αναμέτρηση με το παρελθόν που ακολουθεί, βρίσκει το σκηνικό του «Χειμώνα» βγαλμένο από άλλες εποχές.

Το βικτωριανής αισθητικής διαμέρισμα στο Λονδίνο στην αρχή, η ανθεκτική ακόμα στο χρόνο ελληνική επαρχία μα κυρίως το ερειπωμένο αρχοντικό – σαν από σκηνικό ταινίας του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο – έρχονται να αποκτήσουν διαστάσεις χαρακτήρα.

Κι εκεί κάπου, τρυπώνει επίμονα η μουσική των Active Member, σαν να πρόκειται για τους απόηχους των σκιών και των χναριών που κατατρύχουν τον κεντρικό ήρωα.

Από την πρώτη σκηνή, ο «Χειμώνας» δηλώνει πως είναι μία ταινία φτιαγμένη από ανθρώπους που δείχνουν ξεχωριστή φροντίδα στην οπτική λεπτομέρεια, από τα ειδικά εφέ (της εταιρείας που διατηρούν στην Αγγλία ο Κουτσολιώτας και η σύζυγός του, Ελίζαμπεθ Σουτς) και τις ενδυματολογικές επιλογές του ήρωα έως το τελευταίο αντικείμενο που κοσμεί το χώρο του.

Ωστόσο, δε δίνεται η ίδια προσοχή στην ψυχή της ιστορίας, η οποία διαθλάται ανάμεσα σε επιμέρους θεματικές (κρίση, τραυματικό παρελθόν, ο θάνατος του πατέρα κτλ), ενώ οι χαρακτήρες καταλήγουν να μη δραπετεύουν από τη στερεοτυπική ραχοκοκαλιά τους (ο νέος σε αδιέξοδο, η παρεξηγημένη πατρική φιγούρα, η περίεργη αλλά καλοπροαίρετη γειτόνισσα κτλ).

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ