Menu

Ο Επιβάτης

Ο Λίαμ Νίσον σώζει και τρένο, αφού μπλέκεται σε μια άνευ λόγου περίπλοκη υπόθεση, το κάνει όμως με το απαραίτητο κύρος (και τα κλισέ) που σύστησε εδώ και μια δεκαετία, ως ένα πρότυπο ακεραιότητας και ευαισθησίας.

Η τέταρτη συνεργασία του ισπανού Ζομ Κολέ Σέρα με τον Λιαμ Νίσον, μέσα σε λιγότερο από δέκα χρόνια, προδίδει μια σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο είδος της δράσης που παρουσιάζει ο πρώτος με την στιβαρή μορφή που άκοπα υποδύεται ο δεύτερος και αποτελεί το ηθικό στίγμα των ταινιών αυτών. Βασισμένος πάντα στον ρόλο που τον ανανέωσε, αυτόν του «Taken» του Πιερ Μορέλ, ο Νίσον παίζει εδώ έναν οικογενειάρχη που δέχεται πρωτίστως μια εντελώς διαφορετική απειλή σε σχέση με τους μαφιόζους του παρελθόντος: αυτή της ανεργίας.

Ο χαρακτήρας του, παγιδευμένος σε δάνεια και λοιπές οικονομικές υποχρεώσεις, ακούει μια απίθανη προσφορά στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, που σύντομα συνειδητοποιεί ότι συνδέεται με το οικονομικό του αδιέξοδο. Δε γίνεται τυχαία σε αυτόν, αλλά ηθελημένα, με τη γνώση πως ένα σεβαστό χρηματικό πόσο θα κάμψει τις ηθικές του αντιστάσεις. Μια άγνωστή σε αυτόν κυρία (Βέρα Φαρμίγκα) του αναθέτει την αποστολή να ανακαλύψει έναν επιβάτη του τρένου με το οποίο κινείται καθημερινά εδώ και μια δεκαετία, που δεν είναι τακτικός και κουβαλά κάτι χρήσιμο γι' αυτήν. Εκεί αρχίζει για λίγη ώρα το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας, αυτό δηλαδή της φυσιογνωμικής έρευνας που βασίζεται σε στερεότυπα τα οποία συχνά έχουμε ως προς το ποιος μπορεί θεωρείται ύποπτος ή επικίνδυνος και ποιος όχι.

Μπαίνοντας πια στο ζουμί της υπόθεσης, ο «Επιβάτης» γίνεται μια παλιάς κοπής περιπέτεια που προσπαθεί να μην εξαρτιέται από τα εφέ, αλλά τις φυσικές και τις πνευματικές ικανότητες του ήρωα, με ένα ύφος που θυμίζει τα τίμια χρόνια των straight-to-VHS αντίστοιχων περιπετειών. Ο Νίσον πέφτει ευκολότερα σε κλισέ, χάρη και στους έντονες ηθικολογικές ατάκες που ξεστομίζει συχνά από ένα σημείο και μετά, έχοντας μπλεχτεί σε μια υπόθεση μεγάλης απάτης που μοιάζει περισσότερο μπλεγμένη από όσο θα έπρεπε και θα μπορούσε να είχε ξεκαθαριστεί πολύ ευκολότερα από τους «κακούς» της υπόθεσης. Βέβαια, αν συνέβαινε αυτό, δε θα είχαμε τις σκηνές διάσωσης του τρένου, κάτι που πρέπει να ήταν η πρώτη ιδέα της ταινίας και πάνω σε αυτήν χτίστηκαν όλα τα υπόλοιπα.

Πάντως, στην εποχή των tent-poles όλα αυτά μπορούν να μοιάζουν με ένα ευχάριστο διάλειμμα. Χαμένοι σε διαπλανητικούς υπερήρωες και πομπώδεις καταστροφικές ταινίες, οι θεατές βρίσκουν εδώ κάτι που μπορεί να χαρακτηριστεί πιο γήινο και η ταύτιση με τον χαρακτήρα του Νίσον μπορεί να είναι πολύ πιο ομαλή, φέρνοντας στον νου μια πιο στιβαρή, αλλά πολύ λιγότερο χιουμοριστική, μορφή του Μπρους Γουίλις όταν κι αυτός με τη σειρά του έσωζε αθώους από απίθανες καταστροφές.   

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search