Menu

Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Αυγή

Δέκα χρόνια μετά τα γεγονότα της προηγούμενης ταινίας, οι αποδεκατισμένοι από φονική πανδημία άνθρωποι και η ανερχόμενη φυλή των μεταλλαγμένων πίθηκων οδηγούνται στη σύγκρουση. Άξια συνέχεια της επιτυχημένης επανεκκίνησης που επιχειρήθηκε το 2011 με τον «Πλανήτη των Πιθήκων: Η Εξέγερση», το φιλμ του Ματ Ριβς («Cloverfield») δίνει όσα υπόσχεται: ένα «σκεπτόμενο» μπλοκμπάστερ που βρίσκει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην καθηλωτική δράση και τους δουλεμένους χαρακτήρες.

Μία δεκαετία μετά την απόδραση των πιθήκων από τα δεσμά τους, ένας εργαστηριακής προέλευσης ιός έχει οδηγήσει την ανθρωπότητα στο χείλος του αφανισμού.

Το γένος των μεταλλαγμένων πιθήκων προοδεύει σταθερά με ηγέτη τον Σίζαρ (Άντι Σέρκις), ενώ μία ολιγομελής ανθρώπινη κοινότητα παλεύει στα ερείπια του Σαν Φρανσίσκο να ανακτήσει μέρος του σμπαραλιασμένου της πολιτισμού.

Αρχικά, η ειρήνη μοιάζει να συμφέρει και τις δύο πλευρές, καθώς οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι και οι πίθηκοι δε θα ήθελαν να ρισκάρουν μία αιματηρή διαμάχη τη στιγμή που εδραιώνονται μέρα με τη μέρα.

Μόνο που πολύ σύντομα τα δύο είδη θα αναγκαστούν να πολεμήσουν για το ποιο θα έχει το πάνω χέρι στην κορυφή της εξελικτικής πυραμίδας.

Η πέρα από κάθε προσδοκία επιτυχής επανεκκίνηση της κινηματογραφικής εκδοχής του 1968 που πρωτοξεπήδησε από το μυθιστόρημα του Πιερ Μπουλ («Ο Πλανήτης των Πιθήκων»), βρίσκει επιτέλους την πολυαναμενόμενη συνέχειά της, ύστερα από τον «Πλανήτη των Πιθήκων: Η Εξέγερση» (2011).

Αυτή τη φορά, το πρωταγωνιστικό κενό του Τζέιμς Φράνκο υπερκαλύπτουν ο Γκάρι Όλντμαν και ο Τζέισον Κλαρκ («Zero Dark Thirty»), μαζί με την Κέρι Ράσελ από τους τηλεοπτικούς «The Americans». Όλοι τους υποδύονται εξέχοντα μέλη της εξουθενωμένης ανθρώπινης κοινότητας που βασίζει την επιβίωσή της στην επανεκκίνηση μιας μονάδας υδροηλεκτρικής ενέργειας, η οποία βρίσκεται στο δάσος, μία ανάσα από την ταχύτατα ακμάζουσα κοινωνία των πιθήκων.

Στη σκηνοθετική καρέκλα, τον Ρούπερτ Γουάιατ διαδέχεται ο Ματ Ριβς, ο οποίος μετρά ήδη στο παλμαρέ του ένα αναπάντεχα αξιόλογο ριμέικ του σουηδικού διαμαντιού «Άσε το Κακό να Μπει», καθώς κι ένα από τα πλέον παραγνωρισμένα φιλμ καταστροφής των τελευταίων δεκαετιών: το σπουδαίο «Cloverfield».

Όσο για τα νευραλγικής σημασίας ειδικά ψηφιακά εφέ που έντυσαν (κυριολεκτικά και μεταφορικά) τους πιθήκους της προηγούμενης ταινίας με φυσική εκφραστικότητα, παραμένουν στην ευθύνη της Weta Digital, τη δουλειά της οποίας είχαμε θαυμάσει και στο «Avatar».

Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα την ιστορία που αφήσαμε στη μέση με το φιλμ του 2011, «Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Αυγή» επικεντρώνεται σε ακόμα ένα τρωτό στοιχείο της ανθρώπινης προόδου.

Τότε ήταν η επιτακτική ανάγκη για αλματώδη επιστημονική πρόοδο, που τελικά έφερε έναν φονικό ιό να έχει εκμηδενίσει τον ανθρώπινο πληθυσμό στο ξεκίνημα της ταινίας του Ριβς.

Τώρα είναι η αποκλειστική εξάρτηση του πολιτισμού μας από την ενεργειακή επάρκεια που τίθεται στο επίκεντρο.

Έχοντας μεταφέρει αμετάκλητα το ανθρωπομορφικά αντεστραμμένο σύμπαν του καλτ «Πλανήτη των Πιθήκων» που μας είχε παρουσιάσει ο Φράνκλιν Σάφνερ το μακρινό 1968, στις σύγχρονες προβληματικές περί καταστρατήγησης των περιβαλλοντικών ισορροπιών και την εσφαλμένα θεωρούμενη ως παγιωμένη εξουσιαστική θέση του ανθρώπου στη Φύση, η «Αυγή» εξακολουθεί να γοητεύει τους φίλους ενός «σκεπτόμενου» μπλοκμπάστερ με σταθερά όπλα της την πρωταγωνιστική παρουσία των πιθήκων στην ιστορία, την επιμελή δουλειά στην ανάπτυξη των χαρακτήρων τους, και φυσικά τις δεξιοτεχνικές σκηνές δράσης που αντέχουν και στην τρισδιάστατη εκδοχή τους.

Αντίθετα με την πλειοψηφία των σύγχρονων χολιγουντιανών υπερθεαμάτων, ο νέος «Πλανήτης των Πιθήκων» δεν αντιμετωπίζει τον εκτός καθαρής δράσης φιλμικό χρόνο σαν προπαρασκευαστικό διάστημα για τον κακό χαμό που θα ακολουθήσει.

Οι συντελεστές, και ιδίως οι σεναριογράφοι του, φροντίζουν έτσι ώστε η όποια επικών διαστάσεων σύγκρουση να έχει δικαιολογηθεί επαρκώς από τις καταστάσεις, τις οποίες θα έχουν «τρέξει» προηγουμένως αληθοφανείς χαρακτήρες που κινούνται ως επί το πλείστον στην γκρίζα ζώνη μεταξύ καλού και κακού.

Σε αυτή την κατεύθυνση βοηθούν καθοριστικά οι ερμηνείες τόσο του Σέρκις (και πάλι κερδίζει τις εντυπώσεις πίσω από την ψηφιακή ενδυμασία του Σίζαρ, όπως έκανε κάποτε και ως Γκόλουμ στον «Άρχοντα»), όσο και των Κλαρκ-Όλντμαν.

Τα παραπάνω, βεβαίως, δεν αρκούν για να απαλείψουν τα ανθεκτικά υπολείμματα των κλισέ, κυρίως αυτών που άπτονται του ηρωισμού και της αυτοθυσίας, ούτε την ενίοτε εύκολη χρήση της προοδευτικής ικανότητας των πιθήκων να μιλούν, απόρροια της εξέλιξής τους από την ταινία του 2011.

Επιπλέον, η ιδιαίτερα μεγάλη διάρκεια της ταινίας καταλήγει να στρέφεται ανοικτά κατά της συνοχής της, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό όπου οι όποιες κοιλιές μασκάρονται όλο και πιο δύσκολα.

Ακόμα όμως κι όταν δεν ξεφεύγει αναίμακτα από την υπερτροφική ανάγκη να ξεπεράσει τον επιτυχημένο, άμεσο προκάτοχό της και να σταθεί επάξια στη μυθολογία που έπλασε στις σελίδες του ο Μπουλ (κάτι που απέτυχε να πράξει και ο Τιμ Μπάρτον στο σχεδόν ξεχασμένο αντίστοιχο εγχείρημά του το 2001), το φιλμ του Ριβς αποτελεί μία τίμια, χορταστική συνέχεια της «Εξέγερσης», διατηρώντας μας ζεστούς για την επικείμενη συνέχεια.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search