Menu

Οδηγός Επιτυχίας

Με μια βλοσυρή σάτιρα του Χόλιγουντ, η οποία μοιάζει τόσο γκροτέσκα όσο είναι και ξεπερασμένη, ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ αστοχεί πλήρως στο είδος της μαύρης κωμωδίας και παραδίδει μια από τις πιο αδύναμες ταινίες της καριέρας του.

Δύο δεκαετίες πριν, τον καιρό που περνούσε τις μέρες και τις νύχτες του με το όνειρο μιας καριέρας στο χώρο του θεάματος, ένας νεαρός με το όνομα Μπρους Βάγκνερ ολοκλήρωσε τη συγγραφή ενός σεναρίου, την ίδια περίοδο που εργαζόταν ως οδηγός λιμουζίνας για λογαριασμό ενός κοσμοπολίτικου ξενοδοχείου στο Μπέβερλι Χιλς.

Στις γεμάτες δηλητήριο σελίδες του, ο Βάγκνερ προσπάθησε να χωρέσει κάτι από την πικρή προσωπική εμπειρία του στη σκιά των λόφων του Λος Άντζελες και στο περιθώριο μιας λαμπερής ζωής την οποία μέχρι τότε μπορούσε μόνο να φαντασιωθεί.

Χρόνια αργότερα, έχοντας πλέον γίνει ο ίδιος ένας φτασμένος συγγραφέας και δημοσιογράφος, εμπιστεύτηκε το σενάριό του στον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ.

Στην κινηματογραφική του μεταφορά πλέον, αυτή που απένειμε μάλλον δικαιολογημένα στο περσινό Φεστιβάλ Καννών ένα βραβείο ερμηνείας στην Τζούλιαν Μουρ, το «Maps to the Stars» απευθύνει με αυθάδεια και μπόλικη αθυροστομία ένα φαρμακερό γράμμα μίσους και χλεύης ενάντια στο Χόλιγουντ και τους πλανεμένους ανθρώπους του.

Ξεπεσμένες σταρ, δυσλειτουργικές οικογένειες, εκτός ελέγχου αριβίστες, new age απατεωνίσκοι, ανήλικα ινδάλματα με υπέρμετρα εγώ στολίζουν με επιπλέον δηλητήριο την περίπτωση μιας μυστηριώδους νεαρής κοπέλας (Μία Γουασικόφσκα) η οποία φτάνει στην Πόλη των Αγγέλων με σκοπό να εισδύσει καταλυτικά στις ζωές μιας show biz οικογένειας και μιας νευρωτικής σαραντάχρονης ηθοποιού (Τζούλιαν Μουρ), έτοιμης να κάνει τα πάντα προκειμένου να αποκτήσει ένα ρόλο που από χρόνια ονειρεύεται.

Η πένα του Βάγκνερ διατηρεί μια αμοραλιστική και σαρδόνια διάθεση που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Φαίνεται, ωστόσο, ότι το πέρασμα του χρόνου αφαίρεσε από επάνω της κάθε επίκαιρο και πρωτότυπο χαρακτήρα που μπορεί κάποτε να είχε.

Στην εικοσαετία που μεσολάβησε μέχρι το «Maps to the Stars» να καταλήξει στη μεγάλη οθόνη, αμέτρητες ταινίες πρόλαβαν να αντιμετωπίσουν απομυθοποιητικά και με άκρατη ειρωνεία τον παρασκηνιακό κόσμο του σινεμά, πράγμα που σημαίνει ότι το να αποπειράται κανείς να επαναλάβει το ίδιο, εν έτει 2014, είναι όχι μόνο ανώφελο αλλά και πέραν του προφανούς.

Ακόμη κι αν η συγγραφική δουλειά του Βάγκνερ δεν είχε υπερβεί προ πολλού την ημερομηνία λήξης της, παρ' όλα αυτά, υπάρχει κάτι τρομερά μαυρόψυχο και μονοδιάστατο στην όλη ταινία. Πέρα από το να εκτοξεύει βέλη και κακίες σε έναν κατεξοχήν εύκολο στόχο, όπως είναι το Χόλιγουντ, το φιλμ δεν κατορθώνει τίποτα παραπάνω από το να αναλώνεται σε μια κακεντρεχή πλακίτσα που καλωσορίζει μέσα της το γκροτέσκο, νοιάζεται πρωτίστως να προκαλέσει, περιφέρει το μηδενισμό ως εξυπνάδα και ως άποψη και κατορθώνει ώστε όλοι ανεξαιρέτως οι ήρωές του να μοιάζουν με εμετικούς κρετίνους.

Με τη σειρά του, ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται (ή να μη γνωρίζει) πώς να μεταχειριστεί ένα ξεκάθαρα χιουμοριστικό και εξεζητημένο υλικό με το ύφος που του αρμόζει. Ο ψυχρός και κλινικός αέρας, που αποτελούσε ανέκαθεν σήμα κατατεθέν του έργου του και τις περισσότερες φορές έχει υπηρετήσει με τον πιο ταιριαστό τρόπο τις ταινίες του, εδώ αποξηραίνει τα πάντα.

Κι αυτό που αφήνει πίσω του είναι ένα επαναλαμβανόμενο ντελίριο, γεμάτο μπουφονικές ερμηνείες και προβοκατόρικες ατάκες, το οποίο καταλήγει εξίσου ανυπόφορο όσο και οι ανθρώπινες καρικατούρες που υποτίθεται πως στηλιτεύει.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search