Menu

Party Girl

Πρώην χορεύτρια που ξόδεψε τις νύχτες της σε στριπτιτζάδικα και καμπαρέ αποφασίζει στα 60 της χρόνια να παντρευτεί και να νοικοκυρευτεί. Ο πραγματικός της γιος έγινε ένας από τους τρεις σκηνοθέτες που ανέλαβαν να διηγηθούν κινηματογραφικά την ιστορία της, βάζοντας ως πρωταγωνίστρια της ταινίας την ίδια τη μητέρα του, και το αποτέλεσμα κέρδισε την Χρυσή Κάμερα στο πρόσφατο Φεστιβάλ Καννών.

H 60χρονη Aνζελίκ, αλλοτινή μούσα των στριπτιτζάδικων και των νάιτ κλαμπ, αποφασίζει να αποχαιρετήσει οριστικά τη νύχτα και να παντρευτεί έναν καλόκαρδο πελάτη της, πρώην ανθρακωρύχο, ο οποίος βρίσκεται σε σύνταξη.

Γίνεται, ωστόσο, να αφήσει για πάντα πίσω της μια ατίθαση sex, drugs and rock'n'roll ζωή και να προσγειωθεί στις υποχρεώσεις μιας μικροαστικής καθημερινότητας και μιας φυσιολογικής συμβιωτικής σχέσης;

Την απάντηση επιφυλάσσουν οι τρεις σκηνοθέτες του πολύ ενδιαφέροντος αυτού συνδυασμού μυθοπλασίας και σινεμά βεριτέ, συμφοιτητές και αριστούχοι του αξιοσέβαστου παρισινού πανεπιστημίου La Fémis, οι οποίοι αποφάσισαν να επεξεργαστούν κινηματογραφικά την περίπτωση της πραγματικής Ανζελίκ Λιντσενμπέργκερ -μητέρας του ενός εκ των σκηνοθετών, Σαμουέλ Τεΐς- αποτολμώντας επιπλέον να την βάλουν να υποδυθεί στην ταινία τον εαυτό της και συμπληρώνοντας σχεδόν ολόκληρο το υπόλοιπο καστ με τις αληθινές φίλες και συνεργάτιδές της από το καμπαρέ, όπως και με μέλη της οικογένειάς της.

Με μια σκηνοθεσία που προσπαθεί να μιμηθεί την στιλιστική τραχύτητα και την ολότελα νατουραλιστική προσέγγιση του Τζον Κασαβέτη πίσω από την κάμερα και ένα σενάριο που μοιάζει να πηγάζει οργανικά και όχι βάσει προσεκτικού σχεδιασμού, η ταινία κατορθώνει και επικοινωνεί μια αμεσότητα που δεν συναντάμε συχνά στις σκοτεινές αίθουσες, γεγονός στο οποίο βοηθά οπωσδήποτε και η δεδομένη οικειότητα, την οποία κουβαλούν μαζί τους οι ερασιτέχνες ηθοποιοί.

Η διάθεση αυτοσχεδιασμού που προφανώς ήταν ζητούμενο για τους συντελεστές αυτού του φιλμ έρχεται, παρ' όλα αυτά, να αποτελέσει και την αδυναμία του. Το σκηνοθετικό βλέμμα είναι προσεγμένο, αλλά συχνά μοιάζει να μην ξέρει σε ποιο σημείο της ιστορίας οφείλει να εστιάσει, κάποιες σκηνές μακρηγορούν χωρίς ιδιαίτερο λόγο και ενίοτε το φιλμ διανύει κύκλους γύρω από τις ίδιες λεπτομέρειες.

Αν κάτι εγγυάται και εξασφαλίζει, εντούτοις, η ταινία, αυτό είναι η ειλικρίνεια. Παρά την ευκολία με την οποία θα μπορούσε να παρασυρθεί στα νερά του γλυκερού και του μελοδραματικού, δεν ωραιοποιεί ούτε εξιδανικεύει την ηρωίδα του, ούτε αποστρέφει την κάμερα από τις λιγότερο κολακευτικές πτυχές της ιστορίας της ή από τις πιο άβολες ιδιωτικές στιγμές της.

Το «Party Girl» ανήκει ολόκληρο στην Ανζελίκ Λιντσενμπέργκερ και στη μαγνητική παρουσία της, η οποία στέκει ως αδιάσειστη αλήθεια και στιβαρή απόδειξη απέναντι στο κοινό.

Το εκφραστικό πρόσωπο, οι βαθιές ρυτίδες που έχει χαράξει ο χρόνος επάνω του, το υποψιασμένο βλέμμα που κρύβεται πίσω από την πυκνή μάσκαρα, το κουρασμένο κορμί που όμως δεν νιώθει έτοιμο να εγκαταλείψει την ατέλειωτη νύχτα των ηδονών και των πιθανοτήτων είναι πολύτιμα συστατικά χωρίς τα οποία η ταινία δεν θα μπορούσε να υπάρχει.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ