Menu

Pixels

Εξωγήινοι εκλαμβάνουν ως εχθρικά, γήινα μηνύματα που περιέχουν εικόνες από arcade ηλεκτρονικά παιχνίδια της δεκαετίας του ‘80 και αποφασίζουν να μας επιτεθούν, χρησιμοποιώντας τα ίδια παιχνίδια και τους χαρακτήρες τους ως όπλα. Και ποιοι μπορούν να αναχαιτίσουν την απειλή καλύτερα από τους νερντς; Η απάντηση, πάντως, μάλλον δε θα έπρεπε να περιλαμβάνει τον Άνταμ Σάντλερ και τους σεναριογράφους που καταπιάνονται με το νέο φιλμ του Κρις Κολόμπους.

Αν μη τι άλλο, στο «Pixels» υπάρχουν καλά και κακά νέα. Το θέμα όμως είναι πόσο ουσιώδη είναι τα καλά και πόσο χαλούν τη μανέστρα τα κακά. Και κυρίως, αν η ψυχή των πίξελ που διαπότιζε αυτή τη γενιά των με τα τωρινά δεδομένα πρωτόγονων αλλά αγαπημένων ηλεκτρονικών παιχνιδιών, δικαιώνεται και «αναπνέει» μέσα από την ταινία.

Σε αυτή τη νοσταλγική βόμβα που παίρνει κινηματογραφική μορφή για να αναζωπυρώσει το πάθος για τα θρυλικά ουφάδικα και τους ήρωές τους, τον pac-man, τον donkey kong και όλο το arcade συγγενολόι τους που κατάπινε ατέλειωτα χαρτζιλίκια σε κέρματα και καθόρισε μια ολόκληρη εποχή, ο διαβόητος για το σκατολογικό χιούμορ του Άνταμ Σάντλερ επιδεικνύει θαυμαστή αυτοσυγκράτηση. Και αυτό είναι αν μη τι άλλο παρήγορο, τόσο για το «Pixels» όσο για τον ίδιο αλλά και τον εξίσου επιρρεπή στο τρας Κέβιν Τζέιμς («Οι Μεγάλοι»).

Ο πρώτος εδώ υποδύεται έναν άλλοτε αστέρα των ουφάδικων, που η ζωή τον έφερε να μην εκμεταλλευτεί ακριβώς τα ταλέντα (;) του. Ο δεύτερος τον Αμερικανό πρόεδρο και παιδικό φίλο του πρώτου. Οι δυο τους θα ενώσουν δυνάμεις για να αναχαιτίσουν μια εξωγήινη εισβολή, η οποία έχει πάρει τη μορφή ηλεκτρονικών παιχνιδιών και αντιμετωπίζει τον κόσμο μας όπως ο pac-man τις τελίτσες. Έναν κόσμο εξίσου γεμάτο από διάσημους τίτλους παιχνιδιών όσο και με μικρές εμφανίσεις γνωστών πρωταγωνιστών σαν τον Σον Μπιν, τον Πίτερ Ντίνκλατζ και τον Μπράιαν Κοξ, που όμως δεν αξιοποιεί ούτε τα πρώτα ούτε τους δεύτερους.

Στο γνώριμο μοτίβο των παραγνωρισμένων χαρακτήρων που αποδεικνύονται ήρωες, ο βετεράνος πια Κρις Κολόμπους των «Μόνος στο Σπίτι» και των πρώτων «Χάρι Πότερ» αντιμετωπίζει το σύμπαν της ταινίας του ως ένα ό,τι-κάτσει μείγμα κωμικής περιπέτειας (στημένη σαν διαδοχικά επίπεδα arcade ηλεκτρονικού παιχνιδιού), αφελούς πολιτικής σάτιρας και ρομάντζου (μεταξύ Σάντλερ και Μισέλ Μόναχαν). Όσο για το θεωρητικά δυνατό κομμάτι του «Pixels» που δεν (θα έπρεπε να) είναι άλλο από τη διασκεδαστική πτυχή/εκμετάλλευση της νοσταλγίας, οι συντελεστές της ταινίας κάνουν το μεγάλο λάθος να θεωρήσουν πως θα αρκεί να βρίσκεται κάπου στην οθόνη για να λειτουργήσει από μόνη της. Μόνο που ακόμα και στο φινάλε, εκεί όπου το κάδρο γεμίζει με διάφορους ηλεκτρονικούς χαρακτήρες και καλοδεχούμενα παλαβιάρικες καταστάσεις, η έλλειψη ενός σεναρίου που να αντιμετωπίζει τον θεατή σα δεκάχρονο των ‘80s (και όχι σαν το κέρμα του) παραμένει ενοχλητικά εμφανής και – το κυριότερο – μακριά από τη απλούστατη γοητεία των χοντροκομμένων πίξελ που φώτιζαν τις οθόνες στα ουφάδικα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search