Πορφυρός Λόφος

Για τις ανάγκες του γοτθικού παραμυθιού του, ο μεξικανικής καταγωγής σκηνοθέτης κατασκευάζει ένα από τα πιο εκθαμβωτικά σκηνικά ταινίας που έχουμε δει και μέσα του βάζει να κατοικήσει μια αδύναμη ιστορία τρόμου που δανείζεται ασύστολα από το κινηματογραφικό παρελθόν, αλλά δυσκολεύεται ακόμη και αυτά της τα δάνεια να τα μετατρέψει σε κάτι περισσότερο.

Elle 21 Οκτ. 15
Πορφυρός Λόφος

Ενας θρίαμβος της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, του σχεδιασμού παραγωγής και των κοστουμιών σε βάρος κάθε περιεχομένου, ο «Πορφυρός Λόφος» είναι ένα γοητευτικό στην όψη και μεγαλειώδες κατασκεύασμα το οποίο κατοικείται από φαντάσματα: το φάντασμα μιας αποτελεσματικής ιστορίας, το φάντασμα μιας λειτουργικής ατμόσφαιρας και το φάντασμα ενός καλογραμμένου σεναρίου.

Στη θέση τους πηγαινοέρχονται με θόρυβο ανάμεσα στα παγερά art deco δωμάτια της σκοτεινής έπαυλης (που δανείζει τον τίτλο της στο φιλμ) πολυχρησιμοποιημένα μοτίβα του κλασικού σινεμά τρόμου, τεμπέλικες τροπές στην πλοκή που προδίδουν δυστυχώς τον εαυτό τους πριν καλά- καλά εμφανιστούν στην οθόνη και τρεις ηθοποιοί που αγωνίζονται να μην παραγκωνιστούν από το επιβλητικό ντεκόρ (τα καταφέρνει μόνο η Τζέσικα Τσαστέιν, απλούστατα γιατί είναι καλύτερη ερμηνεύτρια, και με ρόλο πιο αβανταδόρικο, από τους συμπρωταγωνιστές της, Τομ Χίντλεστον και Μία Γουασικόφσκα).

Ανάμεσα σε αυτούς περιφέρεται και ο Ντελ Τόρο με μια κάμερα που διασχίζει ξύλινα πατώματα τα οποία έχει διαβρώσει ο χρόνος, μπαρόκ δωμάτια που έχει νοτίσει η υγρασία και η σήψη και υπόγεια που υπόσχονται απειλές (αλλά σπάνια επαληθεύουν τις υποσχέσεις τους), λες και μέσα τους κυνηγά τη συναρπαστική ιστορία που τόσο παραδειγματικά αποτυγχάνει να διηγηθεί.

Ο «Πορφυρός Λόφος» είναι ένα γοητευτικό στην όψη και μεγαλειώδες κατασκεύασμα το οποίο κατοικείται από φαντάσματα: το φάντασμα μιας αποτελεσματικής ιστορίας, το φάντασμα μιας λειτουργικής ατμόσφαιρας και το φάντασμα ενός καλογραμμένου σεναρίου.

Ο «Πορφυρός Λόφος» επιστρέφει τον δημιουργό του στις περιοχές της φαντασίας και του υπερφυσικού, εκεί όπου παλιότερα είχε μεγαλουργήσει με τον «Λαβύριθνο του Πάνα» (2006) και μέχρι ένα βαθμό με την «Ραχοκοκκαλιά του Διαβόλου» (2001), αυτή τη φορά, ωστόσο, η ξεκάθαρα πολιτική χροιά των προηγούμενων δυο φιλμ υποχωρεί. Στη θέση της μένει τίποτα παραπάνω από μια σκελετωμένη ίντριγκα που αναμασά θεματικές, ιδέες και αισθητικές λεπτομέρειες τις οποίες στο παρελθόν έχουν ένδοξα υπηρετήσει ο Μάριο Μπάβα, οι ομιχλώδεις παραγωγές της βρετανικής Hammer Films, ο στοιχειωμένος λογοτεχνικός ρομαντισμός των αδερφών Μπροντέ, ο Χίτσκοκ στη μυσταγωγική «Ρεβέκα» του και οι υποβλητικές κινηματογραφικές διασκευές του Ρότζερ Κόρμαν στα γραπτά του Εντγκαρ Αλαν Πόε.

Ορφανή από μητέρα και κόρη ενός σεβαστού επιχειρηματία, η νεαρή ηρωίδα της ταινίας ονειρεύεται στην Αμερική των τελών του 19ου αιώνα μια καριέρα συγγραφέα μυθιστορημάτων τρόμου και σταδιακά γίνεται η ίδια πρωταγωνίστρια μιας παρόμοιας, μακάβριας αφήγησης όταν σαγηνεύεται από την παρουσία ενός νεαρού Βρετανού βαρονέτου ο οποίος την πείθει να τον παντρευτεί και να μετακομίσει μαζί με αυτόν και την σχεδόν βλοσυρή μεγαλύτερη αδερφή του στη γενέτειρά τους: μια αφιλόξενη και παρηκμασμένη έπαυλη, που στέκει μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο, σε ένα απόμερο σημείο της αγγλικής επαρχίας και (όπως φαντάζεστε) κρύβει μέσα της αποτρόπαια μυστικά.

Αληθινό επίτευγμα σε σύλληψη και σχεδιασμό από τον Τόμας Σάντερς (ο οποίος είχε στο παρελθόν προικίσει με παρόμοιας ομορφιάς σκηνογραφική αντίληψη τον «Δράκουλα« του Φράνσις Φορντ Κόπολα), ο εντυπωσιακός διάκοσμος του πύργου, που θαρρείς ότι βαριανασαίνει και αιμορραγεί διαρκώς, παρασύρει με ευκολία τον Ντελ Τόρο να τον φιλμάρει ανελλιπώς, λησμονώντας στην πορεία ότι οι καλύτερες ταινίες του είδους είχαν πολλά περισσότερα να επιδείξουν πέρα από τις λαβυρινθώδεις και φορτωμένες κινδύνους αρχιτεκτονικές των σκηνικών τους.

Ο «Πορφυρός Λόφος» ωχριά σαφώς σε σύγκριση με τις επιρροές και τις εμπνεύσεις του, παίρνει εξαρχής τον εαυτό του περί πολλού και επαναπαύεται στην ιδέα ότι το κοινό, όπως και ο σκηνοθέτης, θα μαγευτεί από την κομψή εικονογράφηση και θα παραβλέψει τις σεναριακές αδυναμίες. Αυτό που καταλήγει (αναμφίβολα) καλόγουστο και ελκυστικό στην οθόνη είναι, παρ' όλα αυτά, μια απλοϊκή σε σύλληψη δημιουργία που μοιάζει λιγότερο με ταινία τρόμου και περισσότερο με ένα αντίγραφο ταινίας τρόμου.

Ακολουθήστε το ELLE στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!

Σχετικά θέματα:

MHT