Menu

Revenge

Νεαρή Αμερικανίδα πέφτει θύμα κακοποίησης από τρεις πλούσιους φίλους και εγκαταλείπεται ετοιμοθάνατη, δεν έχει πει όμως την τελευταία της λέξη. Το δυναμικό σκηνοθετικό ντεμπούτο της Κοραλί Φαρζάτ είναι ένα αγριεμένο φιλμ εκδίκησης που γεμίζει την οθόνη με άφθονο αίμα, στήνοντας παράλληλα πονηρές παγίδες στα έμφυλα στερεότυπα του είδους του exploitation.

Τρεις πλούσιοι Γάλλοι δίνουν το ετήσιο ραντεβού τους για κυνήγι στην έρημο. Μόνο που φέτος, ένας εξ αυτών, ο Ρίτσαρντ, αποφάσισε να φέρει μαζί του την Τζεν, την όμορφη Αμερικανίδα ερωμένη του. Σύντομα τα πράγματα ξεφεύγουν με την κοπέλα να εγκαταλείπεται στη μοίρα της, καθώς οι τρεις άνδρες τη θεωρούν νεκρή. Από εδώ και πέρα όμως, οι ρόλοι κυνηγού και θηράματος πρόκειται να αντιστραφούν θεαματικά.

Το δυναμικό σκηνοθετικό ντεμπούτο της Κοραλί Φαρζάτ είναι ένα αγριεμένο φιλμ εκδίκησης που γεμίζει την οθόνη με άφθονο αίμα, στήνοντας παράλληλα πονηρές παγίδες στα έμφυλα στερεότυπα του είδους. Στην πρώτη της μεγάλου μήκους απόπειρα η οποία χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό στα φεστιβάλ του Τορόντο και του Σάντανς, η 42χρονη Γαλλίδα παίρνει ένα κατεξοχήν θύμα του exploitation σινεμά, μία ελαφρόμυαλη ξανθιά με τη ελκυστική μορφή της Ματίλντα Λουτζ, για να τη μετατρέψει σε μια σκληροτράχηλη διώκτρια των αντρών που αφού τη βίασαν, έπειτα επιχείρησαν να της κλείσουν το στόμα με το θάνατό της.

Πυροδοτημένη από οργή και με μία σχεδόν μεταφυσική άρνηση να πεθάνει και άρα να παγιωθεί στο ρόλο του αναλώσιμου θηράματος, η νεαρή Τζέιν θρυμματίζει την ψευδαίσθηση ανωτερότητας των τριών καλοζωισμένων αντρών.

Εκεί που π.χ. η «Νύφη» του Ταραντίνο στα «Kill Bill» είναι μια επαγγελματίας φονική μηχανή, η Τζεν δεν προϊδεάζει για τίποτε ανάλογο. Η πρωταγωνίστρια του «Revenge» μας συστήνεται αρχικά ως μία συνηθισμένη Αμερικανίδα Λολίτα η οποία ακολουθεί χαρωπή τον πλούσιο παντρεμένο φίλο της σε ένα εξωτικό διήμερο στην έρημο, παρέα με τους δύο κολλητούς του. Η ουσία ωστόσο στην ταινία της Φαρζάτ εντοπίζεται στη συνολική διαχείριση τόσο της ηρωίδας σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, όσο και σε επιμέρους στερεότυπα όπως την ανδρική υπεροχή στο πεδίο της βίας, τη χρήση του γυμνού κλπ. Πυροδοτημένη από οργή και με μία σχεδόν μεταφυσική άρνηση να πεθάνει και άρα να παγιωθεί στο ρόλο του αναλώσιμου θηράματος, η νεαρή Τζέιν θρυμματίζει την ψευδαίσθηση ανωτερότητας των τριών καλοζωισμένων αντρών, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν ζωντανό μέσα τους το αρχέτυπο του κυνηγού μέσα στην ασφαλή, ετήσια ρουτίνα τους.

H Φαρζάτ ξεκινά εκθέτοντας επιδεικτικότατα τη γύμνια της πρωταγωνίστριάς της, κινούμενη πονηρά στη λογική της αντικειμενοποίησης του γυναικείου σώματος για την οποία τόσος λόγος έχει γίνει. Και έπειτα, βάζει καθέναν από τους άντρες της παρέας να συμμετέχουν με τον τρόπο τους στην κακοποίησή της. Είναι προφανές πως η συνέχεια αυτού του κραυγαλέας ανισότητας σχήματος δε θα μπορούσε παρά να εγκυμονεί τη θεαματική, ολική ανατροπή του. Κάτι που δεν αφορά μόνο τις θέσεις κυνηγού-θηράματος. Άλλωστε, το ίδιο το επί της οθόνης γυμνό ως τυποποιημένος τρόπος απεικόνισης των δύο φύλων γίνεται στα χέρια της 42χρονης σκηνοθέτιδας ένα μέσο ανατροπής και μαζί σημαινόμενο μιας κινηματογραφικής εκδίκησης γένους θηλυκού. Έτσι, ό,τι ξεκινά ως ένα χαρακτηριστικό αντρικό οφθαλμόλουτρο με τρόπαιο τα κάλλη της νεαρής πρωταγωνίστριας Ματίλντα Λουτζ, καταλήγει σε ένα αντίστροφο λουτρό, στο οποίο κείτεται γυμνό και αιμόφυρτο ένα αντρικό σώμα αυτή τη φορά.

Στο μεταξύ, το κοινό – και ίσως και η ίδια η Φαρζάτ – μπορεί να διασκεδάζει με τις όποιες επιτηδευμένες απιθανότητες του σεναρίου, από τον εξωφρενικό τρόπο που επιβιώνει η Τζεν μέχρι το πόσο γρήγορα μαθαίνει να χειρίζεται ένα όπλο. Όμως όλα αυτά τα παράδοξα καταλήγουν με κάποιο περίεργο τρόπο να δένουν μεταξύ τους, κυρίως επειδή η ίδια η ταινία στήνεται σε μια λογική που πριμοδοτεί την υπερβολή. Υπερβολική άλλωστε είναι όχι μόνο η επισήμανση των στερεοτύπων πριν οδηγηθούμε στην με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αντιστροφή τους, αλλά και το φως και ο κορεσμός των χρωμάτων στη φωτογραφία του Ρομπρέχτ Χεϊβαέρ, η οποία θυμίζει αρκετά το πρόσφατο και επίσης βίαιο «Let the Corpses Tan» των Ελέν Κατέ και Μπρούνο Φορτσάνι.

Ταυτόχρονα, ένας πιο πονηρός θεατής θα μπορούσε ίσως να διαβάσει στην εκδίκηση που κερνά η Αμερικανίδα ηρωίδα τους Γάλλους ανταγωνιστές της, ένα υπόγειο σχόλιο πάνω στη διαφορά νοοτροπίας που παρατηρείται ανάμεσα στους Ευρωπαίους (και δη τους Γάλλους) και στους Αμερικανούς, σε ό,τι αφορά την πρόσφατη συζήτηση περί σεξουαλικής παρενόχλησης και σχετικών σκανδάλων. Ως προς αυτό, ο παράγοντας της εθνικότητας γύρω από την παραδειγματική τιμωρία των τριών δραστών από το θύμα τους ενδέχεται να μην είναι κάτι τυχαίο, αλλά μια εσκεμμένη επιλογή συμβολικού βάρους, από τις ουκ ολίγες που μεταχειρίζεται η Φαρζάτ και οι οποίες κάνουν το «Revenge» κάτι παραπάνω από ένα χορταστικό και στυλάτο φιλμ εκδίκησης.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ