Menu

Rogue One: A Star Wars Story

Η πρώτη αυτόνομη ταινία Star Wars, το «Rogue One», επιστρέφει τη μυθολογία και την αισθητική της σειράς στην κλασική τριλογία και ο Γκάρεθ Έντουαρντς παραδίδει μία καθαρόαιμη περιπέτεια, που τιμά έναν γαλαξία πολύ, πολύ μακριά.

Από πέρσι γνωρίζουμε πως η Δύναμη έχει ξυπνήσει για τα καλά, με τη Ντίσνεϊ να προγραμματίζει μία ταινία «Star Wars» το χρόνο. Έτσι μετά το νέο κεφάλαιο των περιπετειών της οικογένειας Σκάιγουοκερ, τον Κάιλο Ρεν, την αφύπνιση της Ρέι και τον Τζ.Τζ. Έιμπραμς, το «Rogue One» επιχειρεί ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο και τοποθετεί την Επανάσταση σε πρώτο πλάνο.

Το «Rogue One» κινείται χρονολογικά ανάμεσα στο «Star Wars: Επεισόδιο 3 – Η Εκδίκηση των Σιθ» και το τέταρτο επεισόδιο της διαγαλαξιακής εποποιίας, τον πρωτότυπο «Πόλεμο των Άστρων» του 1977. Μία ομάδα απρόθυμων ηρώων αναλαμβάνει να κλέψει τα σχέδια του Άστρου του Θανάτου (Death Star), του πανίσχυρου όπλου της Αυτοκρατορίας που έχει τη δύναμη να καταστρέφει ολόκληρους πλανήτες.

Κάπου ανάμεσα στην κοινωνική και πολιτική ευθύνη απέναντι στην καταπίεση της εξουσίας, την καθαρόαιμη περιπέτεια δράσης που παρά τον καταιγισμό των εφέ συνάδει οργανικά στην πλοκή και την ρετρό, '70s αισθητική, το «Rogue One» είναι ένα γεναιόδωρο ταξίδι τόσο για τους θαυμαστές της σειράς, όσο και για εκείνους που δεν έχουν ιδέα για την διαστημική εποποιία. Απλά οι δεύτεροι θα χάσουν τις έξυπνες αναφορές τόσο στα πρίκουελ, όσο και στην κλασική τριλογία.

Ο σκηνοθέτης Γκάρεθ Έντουαρντς της εντυπωσιακής αλληγορίας «Monsters» και του άνισου, σκοτεινού «Godzilla», κερδίζει το στοίχημα της πρώτης (εκτός σειράς) ταινίας «Star Wars» γιατί στήνει πρωτίστως μία ιστορία που βασίζεται στην ευρύτερη μυθολογία, χωρίς να ξεχνά εκπλήξεις που τροφοδοτούν τον ενθουσιασμό όλων όσων γαλουχήθηκαν με τις ταινίες ενός γαλαξία πολύ, πολύ μακριά. Το πλήρωμά του συγγενεύει κινηματογραφικά με το «Και οι 12 ήταν Καθάρματα» (1967) του Ρόμπερτ Όλντριτς, μία σαφή αναφορά που διατρέχει την ταινία σε δομή και περιεχόμενο. Μόνο που αντί για Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, εδώ η ομάδα των επαναστατών με σημαιοφόρους την Φελίσιτι Τζόουνς στο ρόλο της Τζιν Έρσο (που τιμά την παράδοση των δυναμικών γυναικείων χαρακτήρων στη σειρά) και τον ατίθασο Ντιέγκο Λούνα, αντιτίθεται στην τυρανική Αυτοκρατορία, κεντρικό πρόσωπο της οποίας είναι ο Στρατηγός Όρσον Κρένικ (ιδανικός ενσαρκωτής ο Μπεν Μέντελσον).

Τα εξεζητημένα ανδροειδή, τα υπερηχητικά μαχητικά, τα ευφάνταστα πλάσματα που συνιστούν το σύμπαν του «Star Wars» είναι εδώ, για να θυμίζουν στο κοινό το οικείο περιβάλλον. Παράλληλα ο Έντουαρντς έχει ένα διαλεχτό καστ, με υπδειγματικές επιλογές ηθοποιών σε καίριους ρόλους. Ο Άλαν Τιούντικ («Trumbo», «Ψυχρά κι Ανάποδα») είναι το απολαυστικά κυνικό ρομπότ K-2S0 που συμπράττει με τους επαναστάτες, ενώ o Φόρεστ Γουίτακερ στο ρόλο ενός εξτρεμιστή άντι-Νταρθ Βέιντερ και ο Μαντς Μίκελσεν, ως πατέρας της Τζιν και βασικός κατασκευαστής του Death Star, προσφέρουν έξτρα ερμηνευτικό βάρος με την παρουσία τους.

Το σημαντικό είναι πως το «Rogue One», αν και έχει τον άχαρο ρόλο να υποστηρίξει μία δεδομένη πλοκή (όλοι ξέρουμε πως οι επαναστάτες θα πάρουν τα σχέδια και θα τα παραδώσουν στην Πριγκίπισσα Λέια) και ξεκάθαρη εμπορική στόχευση στα ταμεία, επενδύει σε νέους χαρακτήρες, προβάλει διαφορετικούς πλανήτες και χρησιμοποιεί τις αναφορές με οικονομία, χωρίς να τις ξεπουλά.

Σ' αυτό το πλαίσιο είναι ένα τίμιο μπλοκμπάστερ που ξεπερνά σε ειλικρίνεια τα πρίκουελ του Λούκας. Η νέα ταινία δεν είναι ένα θέαμα ψηφιακής παιχνιδούπολης. Ενδεχομένως να είναι και το πιο ενήλικο (στη φύση του) «Star Wars» που έχει κυκλοφορήσει. Η τρίτη πράξη στο «Rogue One» τοποθετεί το Wars στο «Star Wars» με μία επίδειξη τεχνικής που είναι εκθαμβωτική (αν και κάποιοι μπορεί να κουραστούν από τη διάρκεια). Στο «Rogue One» απουσιάζουν οι γυαλιστερές μεγαλουπόλεις και οι χάρτινοι χαρακτήρες με τις ξύλινες ερμηνείες των Επεισοδίων Ι-ΙΙ-ΙΙΙ. Το feeling της ταινίας είναι πολύ πιο κοντά στις χειροποίητες ταινίες του 1977-1983. Και ναι όταν έρχεται η ώρα της επανεμφάνισης του Νταρθ Βέιντερ, του έκπτωτου Τζεντάι, ο Έντουαρντς χτίζει μία υποβλητική εισαγωγή και στο φινάλε αναλαμβάνει δράση με σκοπό να πιστοποιήσει τους λόγους για τους οποίους ο σκοτεινός άρχοντας αποτελεί τον φόβο και τρόμο ενός μακρινού γαλαξία.

Το σημείο που κοστίζει στο «Rogue One» είναι το συναισθηματικό επίπεδο σύνδεσης κοινού και χαρακτήρων. Έχουμε μάθει/εκπαιδευθεί εδώ και 40 χρόνια να προσλαμβάνουμε το «Star Wars» ως μία διαστημική ποπ-όπερα της οικογένειας Σκαϊγουόκερ. Η ενσυναίσθηση με το συγκεκριμένο saga είναι τόσο ξεκάθαρη, που εδώ λείπει το ειδικό βάρος που ολοκληρώνει δραματουργικά το hype της κινηματογραφικής σειράς. Στο «Η Δύναμη Ξυπνάει» ο Εϊμπραμς βρήκε τη γνήσια συγκίνηση στα κάδρα της αφύπνισης με πρόσωπα, χαρακτήρες και δεδομένες σχέσεις που γεφύρωσαν το χάσμα με την κλασική τριλογία, επικύρωσαν τη νέα σειρά ταινιών και ξύπνησαν τη Δύναμη της μνήμης. Το «Rogue One» έχει τον αέρα της ανεξάρτητης ταινίας, εξαρτημένης όμως πλοκής. Μικρό το κακό. Μετά το περσινό Επεισόδιο VII του Τζ. Τζ.Έιμπραμς, το κινηματογραφικό έπος που το 2005 κατέληξε σε ένα μη-διαδραστικό βιντεο-παιχνίδι, με το ψηφιακό όργιο να καταπίνει οτιδήποτε οργανικό, γίνεται και πάλι μία ιστορία που σε αφορά.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ