Menu

Saint Laurent Η Χρυσή Εποχή

Με μια γοητευτική αποδόμηση των κινηματογραφικών βιογραφιών, ο σταθερά αντισυμβατικός σκηνοθέτης του «Πορνογράφου» σερβίρει ένα φιλμικό ψυχοτροπικό, με πρωταγωνιστή του μια από τις πιο εμβληματικές φιγούρες του κόσμου της μόδας.

Δεύτερη ταινία γαλλικής προέλευσης που εμφανίζεται μέσα σε διάστημα λιγότερο των έξι μηνών στα σινεμά, επιχειρώντας να μεταχειριστεί κινηματογραφικά τη ζωή του Ιβ Σεν Λοράν, η δημιουργία του Μπερτράν Μπονελό ελάχιστα θυμίζει σε ύφος και σε αντίληψη την προσεγμένη σαπουνόπερα που πριν λίγο καιρό ο σκηνοθέτης Τζαλίλ Λεσπέρ κυκλοφόρησε στις αίθουσες.

Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στη σχεδόν δεκαετή περίοδο ανάμεσα στο 1967 και το 1976, καθώς ο Λοράν εγκαθιδρύει την υψηλής ραπτικής αυτοκρατορία του και ταυτόχρονα βιώνει μια σαρωτική καταβύθιση στις καταχρήσεις και στην ψυχολογική κατάπτωση, ο Μπονελό επιδίδεται, για τις δυόμισι ώρες που διαρκεί το φιλμ του, σε ένα αφαιρετικό έπος που θέτει ως πρώτιστο μέλημά του να μας φέρει πλησιέστερα όχι μόνο στο δημόσιο και ιδιωτικό σύμπαν του σχεδιαστή, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν ο ίδιος τον κόσμο.

Ιδιοσυγκρασιακός σκηνοθέτης, όπως έχει αποδείξει από το ξεκίνημα κιόλας της καριέρας του, ο Μπονελό βάζει τα δυνατά του ώστε να εξουδετερώσει κάθε οικεία αντίληψη που έχουμε για το τι σημαίνει και πώς ακριβώς πρέπει να συμπεριφέρεται μια κινηματογραφική βιογραφία.

Σκοπός του είναι να αναπαραστήσει μια υπαρξιακή κατάσταση που κινείται μεταξύ μετέωρου και απόλυτης αβύσσου, μεταφέροντας όχι μια λαμπερή αναπαράσταση ζωής αλλά την εμπειρία αποπροσανατολισμού ενός ανθρώπου, ο οποίος βρίσκεται σε ρήξη με τον εαυτό του και με την πραγματικότητα γύρω του, την ίδια ώρα που αφήνει να τον εμπνεύσουν τα φαντάσματα και οι δαίμονες που κατοικούν στο μυαλό του.

Σαν ανθρώπινο γλυπτό, παγερό όσο και ελκυστικό, ο Ιβ Σεν Λοράν της ταινίας (ιδανικά ερμηνευμένος από τον Γκασπάρ Ουλιέλ) ελάχιστα θυμίζει την επίσημη εικόνα και εκδοχή του περίφημου σχεδιαστή, έτσι όπως γλιστρά σταδιακά στις διαστάσεις μιας σκιάς που πασχίζει να μην εξαφανιστεί.

Ο Μπονελό έχει ως ξεκάθαρη αναφορά του την ελκυστική παρακμή των ταινιών του Λουκίνο Βισκόντι και γι' αυτό ίσως βάζει την αλλοτινή μούσα του Ιταλού σκηνοθέτη, έναν σχεδόν αγνώριστο Χέλμουτ Μπέργκερ, να ενσαρκώσει τον σχεδιαστή σε προχωρημένη ηλικία, σε αυτό που αποτελεί μάλλον και το πιο προβληματικό κομμάτι του φιλμ.

Το βισκοντικό μπαρόκ δεν έχει καμία θέση, εντούτοις, σε μια δημιουργία που ενθαρρύνει την εσωστρέφεια, που επιλέγει να διατηρεί σαφείς συναισθηματικές αποστάσεις από τα όσα εκτυλίσσονται στην οθόνη και που μεθάει με το ίδιο αλκοόλ και τις ίδιες ουσίες που χωρίς σταματημό βλέπουμε να καταναλώνει ο διάσημος μόδιστρος.

Σε όλη τη διάρκεια του «Saint Laurent», πάντως, και παρά τις επιμέρους αδυναμίες του φιλμ, ο Μπονελό υπερασπίζεται και σμιλεύει ένα εξ ολοκλήρου προσωπικό όραμα, το οποίο δεν έχει υπ' όψη του κανένα συγκεκριμένο κοινό και απεχθάνεται τις έτοιμες και πρετ α πορτέ κινηματογραφικές συνταγές.

Καθώς ο χρόνος γίνεται ρευστός και η αφήγηση σπάει σε ψηφίδες από μνήμες και στιγμές, η ταινία μεταμορφώνεται σε μια παραίσθηση διαρκείας.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search