Menu

Samba

Τρία χρόνια μετά την απρόσμενα μεγάλη εμπορική επιτυχία που γνώρισαν με τους «Άθικτους», οι δυο Γάλλοι σκηνοθέτες επιστρέφουν στη μεγάλη οθόνη για να επαναλάβουν, καλώς ή κακώς, την ίδια ακριβώς κινηματογραφική συνταγή

Με ιστορίες για φαινομενικά αταίριαστα ζευγάρια, τα οποία ανακαλύπτουν στην πορεία ότι ενώνονται από τους ίδιους πανανθρώπινους δεσμούς, ασχολούνται στη μέχρι τώρα φιλμογραφία τους οι Ερίκ Τολεντανό και Ολιβιέ Νακάς, με τρανότερο παράδειγμα την προηγούμενη ταινία τους.

Στους «Άθικτους», οι οποίοι κατέληξαν να γίνουν μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του γαλλικού σινεμά παγκοσμίως, ένας τετραπληγικός αριστοκράτης ανανέωνε την από καιρό χαμένη του λαχτάρα για ζωή χάρη στη συναναστροφή του με ένα νεαρό Αφρικανό από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα του Παρισιού, ο οποίος γίνεται βοηθός και νοσοκόμος του.

Στην συναφούς θεματικής «Samba» τη θέση του αριστοκράτη παίρνει μια σαραντάχρονη γυναίκα, πρώην στέλεχος επιχειρήσεων, η οποία προσπαθεί να ξαναβρεί τον εαυτό της προσφέροντας βοήθεια σε μία εθελοντική οργάνωση,και τον ρόλο του ευεργετικού νεαρού αναλαμβάνει αυτή τη φορά ένας καλόκαρδος λαθρομετανάστης από τη Σενεγάλη που αγωνίζεται να εξασφαλίσει τη μόνιμη παραμονή του σε γαλλικό έδαφος.

Μέσα από τους δυο αυτούς χαρακτήρες και την καταλυτική επίδραση του ενός στη ζωή του άλλου, η οποία θα καταλήξει αργά ή γρήγορα σε ειδύλλιο, οι δημιουργοί του φιλμ προσπαθούν να αφηγηθούν μια ελκυστική ερωτική ιστορία, αλλά και να δώσουν ένα πανόραμα του σύγχρονου μεταναστευτικού προβλήματος, συνδυάζοντας το χιούμορ και το δράμα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το πραγματοποίησαν στην πιο δημοφιλή ταινία τους.

Κανείς δε μπορεί να κατηγορήσει, ασφαλώς, ένα φιλμ επειδή επιλέγει να αισιοδοξεί και να αντιμετωπίζει τη δύσκολη πραγματικότητα γύρω του μέσα από ένα πιο ανάλαφρο και φωτεινό πρίσμα. Το πρόβλημα με τη νέα ταινία των Τολεντανό και Νακάς είναι, ωστόσο, το πόσο κόπο επενδύει προκειμένου να γίνει πιο προσηνής και εύπεπτη σε ένα ευρύ κοινό.

Από την προβλέψιμη ρομαντική πλοκή που διηγείται μέχρι την πασπαλισμένη με ζάχαρη ευσυνειδησία που περιφέρει, ολόκληρο το «Samba» υπάγεται σε ένα μηχανισμό συναισθηματικής χειραγώγησης και κολακείας των θεατών ο οποίος παραμένει προγραμματισμένος από αρχής μέχρι τέλους.

Εξαιρώντας τη χαρισματική παρουσία του Ομάρ Σι, ο οποίος έγινε διάσημος χάρη στους «Άθικτους» κι εδώ ερμηνεύει μια ελαφρά παραλλαγή του ήρωα που υποδύθηκε σε εκείνη την ταινία, το «Samba» ενδίδει σε απλοϊκότητες όσο τακτικά μπορεί, δυσκολεύεται να πετύχει την απαραίτητη χημεία ανάμεσα στον πρωταγωνιστή και την παρτενέρ του, Σαρλότ Γκενσμπούργκ, και χωρίς να έχει κακή πρόθεση καταλήγει να μετατρέψει ένα από τα πιο φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη σε μια σχετικά ξένοιαστη υπόθεση.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ