Menu

Smac

Ο Ηλίας Δημητρίου επιστρέφει μετά το «Fish 'n' Chips» με μία χαμηλότονη ταινία που επιχειρεί να μιλήσει για πολλά - θνητότητα, αποδοχή εαυτού, σεξουαλικότητα, εθισμός, κρίση, μετανάστευση, πολυπολιτισμικότητα – στριμώχνοντάς τα στο δράμα μιας γυναίκας που δίνει μάχη για τον καρκίνο στη σύγχρονη Αθήνα. Δυνατές ερμηνείες και προσεγμένοι, γεμάτοι ανέλπιστο χιούμορ, διάλογοι ενισχύουν αποφασιστικά το όλο εγχείρημα.

SMAC (second mitochondria-derived activator of caspases) είναι μία πρωτεΐνη, χρήσιμη για την καταπολέμηση του καρκίνου. Στο άκουσμα της, ωστόσο, δεν απέχει από το smack που στα αγγλικά σημαίνει σκαμπίλι. Κάπου σε αυτή την μίξη ακούσματος και νοήματος, στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, ο διακεκριμένος Κύπριος σκηνοθέτης Ηλίας Δημητρίου (βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου για το «Fish 'n' Chips» του 2011) τιτλοφορεί ως έτσι το δράμα της μοναχικής ηρωίδας του, Ελένης (Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, βραβείο Ίρις Α' Γυναικείου ρόλου). Μίας μεσήλικης προϊσταμένης σε τράπεζα, η οποία μαθαίνει πως έχει καρκίνο, με φόντο την Αθήνα της κρίσης.

Καθώς η γυναίκα καλείται να αντιμετωπίσει την αρρώστια, στην καθημερινότητά της τρυπώνει ο Αντρέας (στο ρόλο ο εξαίρετος Γιάννης Κοκιασμένος), ο άστεγος που κοιμάται στο πλατύσκαλο της πολυκατοικίας της. Ανάμεσα στη διερεύνηση μιας αμφίδρομης αλλά πολύ διαφορετικής στη βάση της ανάγκης που φέρνει αυτούς τους ανθρώπους κοντά, ο Δημητρίου φορτώνει την πλοκή με ετερόκλητα στοιχεία τα οποία συνθέτουν το μωσαϊκό μιας κοινωνίας απομακρυσμένων ανθρώπινων πλαισίων.

Η Ελένη έρχεται σε επαφή με μία ομάδα Αφρικανών μεταναστών που ζουν στο υπόγειο της πολυκατοικίας (μια κατάβαση που ως στοιχείο που μπορεί να προσεγγιστεί τόσο με κοινωνιολογικούς όσο και ψυχαναλυτικούς όρους), οι οποίοι την ενθαρρύνουν να εγκαταλείψει τις χημειοθεραπείες και να ακολουθήσει μια εναλλακτική θεραπεία που σχετίζεται με τις ευεργετικές ιδιότητες της SMAC. Στην πορεία μαθαίνουμε διάφορα για την προσωπική ζωή τόσο εκείνης όσο και του Αντρέα.

Λαμβάνοντας υπόψη το πενιχρό μπάτζετ, ο Δημητρίου ξεκλέβει έξυπνα τον περιορισμό των διαθέσιμων πόρων και χώρων, προσφέροντας μια ιστορία που τολμά να καταπιαστεί με πολλά -θνητότητα, αποδοχή εαυτού, σεξουαλικότητα, εθισμός, κρίση, μετανάστευση, πολυπολιτισμικότητα, όχι εξίσου λειτουργικά κάθε φορά. Επιδεικνύοντας ωστόσο καλή δουλειά σε επίπεδο διαλόγων, καταφέρνει συχνά να εκπλήξει με το πηγαίο χιούμορ τους. Στην κάπως υπερφωτισμένη είναι η αλήθεια φωτογραφία, το ρηχό βάθος πεδίου στο οποίο επιλέγει να παραδώσει τους ήρωές του υπογραμμίζει τη συναισθηματική τους απομόνωση, καθώς επίσης το μέτρο της προσπάθειας που οφείλουν να καταβάλουν προκειμένου να έρθουν σε ειρήνη με αυτό που ο καθένας είναι πραγματικά.

Λιτές οι κινήσεις της κάμερας, δίνουν στο «SMAC» σταθερό τέμπο και ύφος, στοιχεία που πάντως υποσκάπτονται, αφενός από την αναμενόμενη αδυναμία να αναπνεύσουν μέσα στα 110 λεπτά διάρκειας όλες οι επιμέρους προβληματικές που πέφτουν στο τραπέζι, αφετέρου από μερικές σκηνές κατά το δεύτερο μέρος όπου εντάσσονται επιθετικά, σχεδόν εμβόλιμα, στον κατά τα άλλα στρωτό κορμό της αφήγησης.

Αυτό βέβαια δεν ακυρώνει εμφανείς αρετές του φιλμ. Τη φροντίδα στη διεύθυνση των ηθοποιών, το προσεγμένο χτίσιμο της βασικής ηρωίδας που οδηγεί σε μία αξιόλογη ερμηνεία, ένα πραγματικά λυτρωτικό πλάνο-κατακλείδα που συνοψίζει ιδανικά όσα προηγήθηκαν. Και όλα αυτά αρκούν προκειμένου να ξεχωρίσουν το ταπεινό και χαμηλότονο «SMAC» ανάμεσα στις ελληνικές ταινίες της χρονιάς.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search