Menu

Τα Μυστικά του Δάσους

Η Σταχτοπούτα, η Κοκκινοσκουφίτσα, ο Τζακ, η Κακιά Μάγισσα και πλήθος άλλων παραμυθένιων ηρώων που σας συντροφεύουν από τα παιδικά σας χρόνια, παρελαύνουν στην κινηματογραφική μεταφορά του ανατρεπτικού μιούζικαλ του Στίβεν Σόντχαϊμ. Σιγομουρμουρίστε τα τραγούδια τους και θυμηθείτε πως πρέπει να προσέχετε τι εύχεστε!

Η Σταχτοπούτα εύχεται να πάει στο χορό του Πρίγκιπα, ο Τζακ και η μητέρα του θέλουν να γίνουν πλούσιοι, η Κοκκινοσκουφίτσα πρέπει να πάει στη γιαγιά χωρίς να ξεστρατίσει και ένας άκληρος φούρναρης με τη γυναίκα του επιθυμούν ένα παιδί.

Μία Μάγισσα, στην προσπάθειά της να αντιστρέψει ένα ξόρκι, θα προθυμοποιηθεί να τους βοηθήσει και οι ήρωες των παραμυθιών θα αποκτήσουν το φινάλε που λαχταρούν.

Όλοι ευχαριστημένοι; Μπα…

«Τα Μυστικά του Δάσους» αποτελεί ένα από τα πολυαγαπημένα μιούζικαλ του πατριάρχη του είδους Στίβεν Σόντχαϊμ («West Side Story», «Dick Tracy») γνωστού περισσότερο για τις εκλεπτυσμένες μελωδίες και την περίπλοκη μουσική αφηγηματική ροή, που δεν αφήνουν περιθώρια και ευκολίες σε τραγούδια «σουξέ» αλλά σε τραγούδια που αναδεικνύουν τη σύνθεση και τους ευρηματικούς στίχους.

Ο Σόντχαϊμ είχε γράψει το έργο τέλη του ’80 σε μία προσπάθεια να κρίνει τις λαϊκές παραδόσεις, να παρωδήσει τα happy ends και τα στερεότυπα, αλλά και να ανασύρει τους συμβολισμούς και τα υποσυνείδητα μηνύματα που ελλοχεύουν στο θεματικό πυρήνα κάθε παραμυθιού.

Θυμηθείτε την τελευταία ταινία που βασίστηκε σε μιούζικαλ του Σόντχαϊμ και θα καταλάβετε άμεσα το στιλ του. Μιλάμε φυσικά για το «Sweeney Todd: Ο Φονικός Κουρέας της Οδού Φλιτ» του Τιμ Μπάρτον.

Μη φοβηθείτε! Τα πράγματα εδώ δεν είναι νοσηρά και σκοτεινά, όπως στην ταινία του Μπάρτον.

Τα «Μυστικά του Δάσους» ακολουθούν διαφορετική αισθητική και νοηματική πορεία, και την σκηνοθεσία άλλωστε ανέλαβε ένας πιο «ελαφρύς» σκηνοθέτης, ο βετεράνος των θεατρικών μιούζικαλ Ρομπ Μάρσαλ.

Προς τιμήν του το εξαιρετικό καστ και η ενδιαφέρουσα αισθητική σε επίπεδο σκηνογραφίας και κοστουμιών προσφέρουν τα μέγιστα στο σύνολο που σιγοντάρει τις μελωδίες του Σόντχαϊμ. Ο πλούσιος ήχος της ορχήστρας στηρίζει εμφατικά τη μουσική του και οι ερμηνείες των ηθοποιών την υποστηρίζουν ιδανικά.

Η Έμιλυ Μπλαντ στο ρόλο της φουρνάρισσας ισορροπεί με χαρακτηριστική άνεση το δράμα και την κωμωδία με σπουδαία φωνητική απόδοση και έχει εξαιρετική χημεία με τον συμπρωταγωνιστή της Τζέιμς Κόρντεν.

Η Άννα Κέντρικ που έχει αποδείξει στο παρελθόν τις φωνητικές της δεξιότητες γίνεται μία συμπαθέστατη αναποφάσιστη Σταχτοπούτα και ο Κρις Πάιν («Σταρ Τρεκ») εκπλήσσει ως κωμικό αντίβαρο με την ειρωνική φιλαυτία που αποδίδει στο ρόλο του Πρίγκιπα.

Η Μέριλ Στριπ αναμετριέται στα ίσα με με την Μπερναντέτ Πίτερς («Άννυ») που είχε διδάξει τον αβανταδόρικο ρόλο της Μάγισσας στο θεατρικό ανέβασμα και φτάνει σε ερμηνευτικές κορώνες που απαλείφουν από τη μνήμη την άβολη ερμηνεία της στο «Mamma Mia». Από την άλλη ο Τζόνι Ντεπ ως κακός λύκος, ποζάρει για άλλη μία φορά (και βαριεστημένα) την περσόνα του, αλλά ο ρόλος είναι τόσο μικρός που μέχρι να ενοχλήσει…ξεχνιέται.

Ο Μάρσαλ, ικανός για το πεντάστερο «Σικάγο» ή για μετριότητες («Αναμνήσεις Μίας Γκέισας», «Εννέα»), προσπαθεί να μείνει πιστός στην πηγή του και παράλληλα να φροντίσει το σύνολο των χαρακτήρων του προσφέροντάς τους έναν κοινό τόπο. Στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας τα καταφέρνει θαυμάσια με διηγηματική ροή και ενορχηστρώνοντας τα μουσικά νούμερα με λιτή περιεκτικότητα.

Το Δάσος όμως κρύβει προκλήσεις που αποκαλύπτουν τα εγωιστικά κίνητρα όλων των ηρώων και το φινάλε θα τους βρεί ανικανοποίητους. Σ’ αυτό το σημείο ο Σόντχαϊμ θυσιάζει στο θεατρικό τον αφηγητή (στην κυριολεξία!) με σκοπό να παρεκτραπεί η ιστορία και καθένας από τους ήρωες να αποκαλυφθεί.

Η τρίτη πράξη στο θεατρικό ανέβασμα είναι μία ιδιοφυής σύλληψη που ξεμπροστιάζει τα «θέλω» και τα «μπορώ» της ανθρώπινης φύσης. Στην κινηματογραφική μεταφορά ο ρόλος τους αφηγητή απουσιάζει και έχει αντικατασταθεί από τον φούρναρη, μέσα σε ένα πλήθος αλλαγών που παρατηρούνται στο δεύτερο μισό της ταινίας και απομακρύνουν νοηματικά τους περίπλοκους στοχασμούς του πρωτότυπου ενώ αφήνουν μία άτσαλη αίσθηση τακτοποίησης. Για παράδειγμα η ιστορία της Μάγισσας και της «κόρης» της Ραπουνζέλ συμμαζεύεται με μία άστοχη ευκολία που δημιουργεί απορίες.

Καθώς η ιστορία προχωρά, αποκαλύπτεται πως τελικά τα παραμύθια που λένε οι γονείς για να αποκοιμίσουν τα παιδιά τους, είναι αλληγορίες που καθορίζουν αυτή τη σχέση.

Ο Μάρσαλ και ο Σόντχαϊμ σάς προκαλούν να μην είστε καλοί ή ευγενικοί, αλλά σωστοί και καθώς θα διασκεδάζετε με τις ανήλικες αναφορές και τα παθήματα των ηρώων, θυμηθείτε να προσέχετε τι εύχεστε!

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ