Menu

Τετάρτη 04:45

Επιχειρηματίας (Στέλιος Μάινας) παλεύει με τα χρέη και το χρόνο προκειμένου να σώσει το μαγαζί του από τα νύχια ενός γκάνγκστερ. Καθώς ετοιμάζει βαλίτσες για τη Νέα Υόρκη και το διαγωνιστικό της Tribeca, ο Αλέξης Αλεξίου παρουσιάζει στις ελληνικές αίθουσες την πολυαναμενόμενη επιστροφή του: ένα στυλάτο, φροντισμένο τόσο τεχνικά και όσο αισθητικά γκανγκστερικό νεο-νουάρ δράμα, μα πάνω απ’ όλα ένα καθαρόαιμο φιλμ είδους, από αυτά που η εγχώρια κινηματογραφία έχει τόσο ανάγκη στην προσπάθειά της να βρει το χαμένο σημείο επανασύνδεσης με το κοινό.

Η πολυαναμενόμενη επιστροφή του Αλέξη Αλεξίου είναι ένα άκρως καλοδεχούμενο και στυλάτο γκανγκστερικό νεο-νουάρ, μία προσεγμένη τόσο τεχνικά όσο και αισθητικά ελληνογερμανική συμπαραγωγή (Faliro house, Marni Films, Nova, ZDF/Arte). Μα πάνω απ’ όλα, πρόκειται για ένα φιλμ είδους από αυτά που η εγχώρια κινηματογραφία έχει εξίσου ανάγκη με τις ταινίες του Λάνθιμου και της Τσαγγάρη.

Ο αυτοπροσδιοριζόμενος ως πρώτα θεατής και μετά δημιουργός 39χρονος σκηνοθέτης, πραγματοποιεί ένα θεαματικό άλμα από την πρωτόλεια δυναμική που χαρακτήριζε το ντεμπούτο του σε μεγάλου μήκους με το αινιγματικό ψυχολογικό θρίλερ «Ιστορία 52», σε ένα ώριμο, γκανγκστερικό νεο-νουάρ δράμα, το οποίο εκτυλίσσεται σε μία πολύχρωμη Αθήνα, γεμάτη από μελωδίες της ελληνικής ποπ του ‘60, «πειραγμένη» από το μουσικό άγγιγμα του Felizol και φωτογραφημένη από τον Χρήστο Καραμάνη («Νορβηγία», «Ιστορία 52», «Bank Bang»).

Πρόκειται για τη χωρισμένη σε κεφάλαια ιστορία του Στέλιου (Στέλιος Μάινας), ενός ιδιοκτήτη τζαζ μπαρ ο οποίος παλεύει με τα υπέρογκα χρέη και το χρόνο που στερεύει επικίνδυνα. Μέσα στην ασφυκτική αντίστροφη μέτρηση των 32 ωρών, καλείται να σώσει την επιχείρησή του από τα νύχια του Ρουμάνου γκάνγκστερ στον οποίο χρωστά (Μίμι Μπρανέσκου), αλλά και να αναστρέψει τη διάλυση μιας οικογένειας που συστηματικά παραμελεί.

Παρότι τοποθετημένη στην Ελλάδα της κρίσης, η «Τετάρτη 04:45» δεν προσανατολίζεται με εμμονικό διδακτισμό απέναντι στις εγχώριες κοινωνικές παθογένειες, ούτε ξοδεύεται σε προφανή αναθέματα εναντίον της καταρρέουσας κουλτούρας του νεοέλληνα. Αντίθετα, χρησιμοποιεί την ούτως ή άλλως κριτική ματιά του νουάρ για να αποδώσει με πικρό, στοχευμένο χιούμορ των τέλος των οδυνηρών μας αυταπατών, με τον Αλεξίου να οικοδομεί μία ιστορία εξίσου προσβάσιμη στο ελληνικό και το ξένο κοινό.

Ο Στέλιος Μάινας της «Τετάρτης» μας υπενθυμίζει πως δεν είναι μονάχα ένας αγαπητός κι αναγνωρίσιμος τηλεοπτικός ηθοποιός, αλλά εκείνη η χαρακτηριστική φυσιογνωμία που έγραψε σημαντικά μέτρα στο κινηματογραφικό της κοντέρ με ταινίες σαν το «Βαλκανιζατέρ». Και εδώ, μεταμορφώνεται σε έναν αγνώριστο, δικό μας Ζαν Ρενό, σε μία τραγική φιγούρα που οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην κάθαρση.

Πλάι του έχει τους Δημήτρη Τζουμάκη, Αδάμ Μπουσδούκο («Soul Kitchen»), Μίμι Μπρανέσκου και Μαρία Ναυπλιώτου. Όλοι τους συμπληρώνουν ένα καστ που μέσα από τους αντίστοιχους χαρακτήρες του φίλου, του λιγομίλητου μπράβου, του γκάνγκστερ και της συζύγου, μετουσιώνονται σε οργανικά μέρη ενός σύμπαντος που μετρά τους χτύπους της καρδιάς του τελετουργικά, σαν χορογραφημένες σκηνές του Γουόνγκ Καρ-Βάι, με βάση το χρόνο που απομένει και που ποτέ δεν περισσεύει.

Μέσα στην πληθώρα αναφορών της ταινίας του Αλεξίου μπορεί κανείς να διακρίνει από τον Κασσαβέτη και το «Θάνατο Ενός Κινέζου Πράκτορα Στοιχημάτων» (χαρακτηριστική η σκηνή όπου ο ήρωας απευθύνεται στους θαμώνες του μαγαζιού του) έως τα φιλμ του Σέιτζουν Σουζούκι και του Τακέσι Κιτάνο. Παράλληλα, μοιάζει να ανοίγει έναν ιδιόμορφο, νουάρ διάλογο με το «Μικρό Ψάρι» του Γιάννη Οικονομίδη.

Με τον τρόπο αυτό, ο Αλέξης Αλεξίου αποτείνει ένα γράμμα αγάπης στο σινεμά είδους, ενώ ταυτόχρονα αναζητεί τρόπους να διαπεράσει τη μασίφ φύση των μοτίβων και των στερεοτύπων που το ακολουθούν. Και πάνω στην κατεύθυνση όπου κινείται, βρίσκεται το ελληνικό σινεμά είδους που θέλουμε να βλέπουμε.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search