Menu

The Beatles: Eight Days a Week – The Touring Years

Μια καλή ευκαιρία να εξηγήσει κανείς τα πώς και τα γιατί της μυθικής beatlemania, το ντοκιμαντέρ του Ρον Χάουαρντ συλλαμβάνει τους Beatles στα τέσσερα χρόνια των περιοδειών τους, από το 1962 στο θρυλικό Cavern του Λίβερπουλ ως τις 29 Αυγούστου 1966 στο Candlestick Park του Σαν Φρανσίσκο -στην περίφημη τελευταία συναυλία τους, όταν μπήκαν δηλαδή οι σπόροι της πολιτισμικής ανατροπής που επέφεραν στη Δύση και στον τρόπο που οι πολίτες της ακούνε μουσική.

Το ντοκιμαντέρ φυσικά περιλαμβάνει και το οπτικό υλικό που μαγνητοσκόπησε ο Εντ Σάλιβαν από την συναυλία τους στο Shea Stadium της Νέας Υόρκης, τον Δεκαπενταύγουστο του 1965, μπροστά σε 55.600 παραβρισκόμενους αλαλάζοντες θαυμαστές και 14 κάμερες που έκαναν ό,τι ήταν δυνατό για να συλλάβουν το μέγεθος του φαινομένου. Η παραγωγή του ντοκιμαντέρ υπογράφεται από τον ίδιο τον Σερ Πολ Μακ Κάρτνεϊ και τον Ρίνγκο Σταρ αλλά και τις χήρες των άλλων δύο, Γιόκο Ονο και Ολίβια Χάρισον.

Ο Ρον Χάουαρντ συνέθεσε το υλικό μέσα από τα επίσημα αρχεία της παραγωγής του Εντ Σάλιβαν, από ιδιωτικά πλάνα που είχαν τραβήξει θαυμαστές τους μέσα από τις αρχαίες σήμερα κάμερές τους και από υλικό που είχαν οι ίδιοι οι Beatles στο αρχείο τους. Μέσα στο ντοκιμαντέρ υπάρχουν κάποιες «καινούργιες» πτυχές της μπιτλικής εποποιίας, πτυχές από την καριέρα τους που τροφοδοτούν διαρκώς το μύθο τους. Ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ αποκαλύπτει ότι όταν ο Τζον Λένον αναγκάστηκε να απολογηθεί για τη θρυλική φράση του «οι Beatles είναι δημοφιλέστεροι από τον Ιησού», ένιωσε απαίσια γιατί απλά συνειδητοποίησε ότι… έπρεπε να απολογηθεί στο κοινό. Επισημαίνει επίσης ότι η ιδέα πίσω από τη σύλληψη του «Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band» είχε να κάνει με την ανάγκη τους να «αποδεσμευτούν από την εικόνα τους» (το κατάφεραν), γιατί «είχαν βαρεθεί τους εαυτούς τους». Δίνει επίσης το credit στον Μπράιαν Έπσταϊν για το όραμα που είχε για τους Beatles, διότι οι ίδιοι δεν μπορούσαν να διακρίνουν στο σχήμα τους, όσα εκείνος έβλεπε πάνω τους. Και όλα αυτά είναι μόνο στιγμιότυπα από τα 130 λεπτά της ταινίας.

Κανένα ιδιαίτερο σόου επί σκηνής, καμία ενίσχυση από λέιζερ ή ολογράμματα ή κονσόλες διαστημικών δυνατοτήτων δεν πλαισίωσαν το αφήγημα του Πολ, του Τζον, του Τζορτζ και του Ρίνγκο. Τα χαμόγελα και η πηγαία εσωτερική ώθησή τους να «το ζήσουν» ήταν αρκετά για το σεισμό τους.

Το συγκλονιστικό στοιχείο του ντοκιμαντέρ βέβαια, παραμένει το μέγεθος του φαινομένου της beatlemania που αναδύεται σπαρταριστή και αδιαμφισβήτητη μπροστά στα μάτια του θεατή: ανεξέλεγκτες ορδές εφήβων -κυρίως κοριτσιών- αγγίζουν τα ανώτατα όρια της υπερθυμίας τους, φτάνουν σε υστερικά αμόκ, κλαίνε, αφήνουν έκθετη την αδυναμία τους να διαχειριστούν τα κύματα της ενέργειας που ξεκινούν πάνω από την απλή σκηνή και μέσω αυτών, επιστρέφει στους γεννήτορές της. Η μαζική υστερία που ξεσήκωναν οι εμφανίσεις των Beatles είναι το απόλυτα βασικό θέμα της ταινίας, με τον Ρον Χάουαρντ να εστιάζει «δημοσιογραφικά» πάνω τους για να καταδείξει πώς γεννιέται, γιγαντώνεται και επηρεάζει ένα κοινωνικό φαινόμενο τις απλές καθημερινές ζωές.

Το άλλο συγκλονιστικό στοιχείο του ντοκιμαντέρ -το μέχρι δακρύων συγκινητικό- είναι η ανάδειξη της χημείας των τεσσάρων Σκαθαριών, το πώς δηλαδή η διάδραση τεσσάρων μετέφηβων μπορεί να παράγει ένα τόσο καυτό ψυχαγωγικό υλικό χωρίς τη συνδρομή της τεχνολογίας ή της τεχνογνωσίας που σήμερα θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ αλλά στα πέντε πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ΄60 ήταν απλά η πραγματικότητα. Κανένα ιδιαίτερο σόου επί σκηνής, καμία ενίσχυση από λέιζερ ή ολογράμματα ή κονσόλες διαστημικών δυνατοτήτων δεν πλαισίωσαν το αφήγημα του Πολ, του Τζον, του Τζορτζ και του Ρίνγκο. Τα χαμόγελα και η πηγαία εσωτερική ώθησή τους να «το ζήσουν» ήταν αρκετά για το σεισμό τους. Διότι ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ, σε μια βαρύγδουπη ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με το πώς άλλαξαν την κουλτούρα της Δύσης οι Beatles, απάντησε με ένα αφοπλιστικό «Τι; Καμία κουλτούρα. Είναι απλά μια πολύ καλή πλάκα».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ