Menu

The Nice Guys

Κωμική παραφροσύνη, εκρηκτική βία και ακομπλεξάριστη ψυχαγωγία για όσους δεν ντρέπονται να τα ζητήσουν: Η περιπετειώδης νέα κωμωδία του Σέιν Μπλακ έχει αρκετή τρέλα και ξέφρενο κέφι προκειμένου να αποτελέσει κάτι περισσότερο από μια ακόμη ένοχη κινηματογραφική απόλαυση.

Όταν το 1987 ο Σέιν Μπλακ κυκλοφορούσε στις αίθουσες το πρώτο «Φονικό Όπλο», η τεράστια επιτυχία του φιλμ τον βοηθούσε να επαναφέρει δυναμικά στην οθόνη και να επαναπροσδιορίσει το κινηματογραφικό ιδίωμα του buddy movie, προσθέτοντας μαύρη κωμωδία, ευπρόσδεκτη υπερβολή και υποψιασμένα κλεισίματα του ματιού σε ένα είδος που μέσα στις επόμενες δεκαετίες θα γεννούσε αναρίθμητους μιμητές. Η παραπάνω φόρμουλα τελειοποιήθηκε από τον ίδιο τον Μπλακ το 2005, με το αρκετά πιο εκκεντρικό «Kiss Kiss Bang Bang» να υπερτονίζει τα στοιχεία του μη πολιτικά ορθού χιούμορ, της σπιρτόζας ατάκας, της κυνικής βίας και της αντιηρωικής διάθεσης, τοποθετώντας τα στην πλοκή ενός μοντέρνου νουάρ.

Κάτι παρόμοιο σε πνεύμα συμβαίνει και με την καινούργια ταινία του Σέιν Μπλακ.Το «Nice Guys» είναι ακριβώς όσα υπόσχεται το σπαρταριστό του τρέιλερ, απλωμένα σε δυο γοργοκίνητες και πολύχρωμες ώρες, καθώς δυο ξοφλημένοι άντρες, ένας σκληροτράχηλος μπράβος επί πληρωμή (ο Ράσελ Κρόου στον καλύτερο ρόλο του εδώ και πολύ καιρό) και ένας ελαφρόμυαλος ιδιωτικός ντετέκτιβ (ένας αξιαγάπητος Ράιαν Γκόσλινγκ) ετοιμάζονται να ξεσκεπάσουν, χωρίς να το ξέρουν, τα ίχνη μιας δολοφονικής συνωμοσίας που φαίνεται να εμπλέκει τη βιομηχανία του πορνό με υψηλά κυβερνητικά κλιμάκια.

Η ταινία ξεκαθαρίζει εξαρχής τις ξένοιαστες και μερικώς κανιβαλιστικές προθέσεις της και τις παρέχει σε αφθονία μέσα από μια αλληλουχία οπτικών και λεκτικών γκαγκ, που βρίσκουν στόχο και προκαλούν αυθόρμητο γέλιο

Βρισκόμαστε στο Λος Άντζελες του 1977, μια ηλιόλουστη μητρόπολη των ηδονών που τα πρωινά ασφυκτιά κάτω από το παχύ ατμοσφαιρικό νέφος, τα βράδια ξεφαντώνει σε ξέφρενα πάρτι και ανάμεσα στους πολυάριθμους κατοίκους της φαίνεται να μετρά μερικά από τα πιο επικίνδυνα και ψυχωτικά κατακάθια του πλανήτη, έστω κι αν μερικές φορές μοιάζει δύσκολο να τα διακρίνει κανείς πίσω από τα στιλάτα τους κοστούμια.

Τοποθετώντας τη δράση σε ένα σκηνικό που στο παρελθόν έχει απαθανατιστεί σε αμέτρητα (και πολλά θρυλικά) φιλμ, το «Nice Guys» ακολουθεί τη λογική ενός καλιφορνέζικου νουάρ, όμοιου με αυτά που είχαν προηγουμένως τιμήσει ο Ρόμπερτ Όλτμαν («The Long Goodbye»), ο Ρόμαν Πολάνσκι («Τσάιναταουν») και πιο πρόσφατα ο Πολ Τόμας Αντερσον («Έμφυτο Ελάττωμα»). Ξεκαθαρίζει, παρ' όλα αυτά, εξαρχής τις ξένοιαστες και μερικώς κανιβαλιστικές προθέσεις του και τις παρέχει σε αφθονία μέσα από μια αλληλουχία οπτικών και λεκτικών γκαγκ, που ως επί το πλείστον βρίσκουν στόχο και προκαλούν αυθόρμητο γέλιο.

Αν ο Σέιν Μπλακ είχε ασχοληθεί λίγο παραπάνω με την σχεδόν προσχηματική ιστορία του, και δεν ξόδευε τον περισσότερο χρόνο του προκειμένου να εφευρίσκει μπριόζες ατάκες και μεμονωμένα αστεία, το «Nice Guys» θα μπορούσε να γίνει ένα κλασικό φιλμ στο είδος του. Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, η ελεγχόμενη παράνοια, το υπερβίαιο σλάπστικ του και το ταιριαστό σμίξιμο των δυο πρωταγωνιστών του μοιάζει σαφώς προτιμότερο από οτιδήποτε κυκλοφορούν τελευταία τα εδώ και καιρό στερημένα έμπνευσης αμερικανικά μεγάλα στούντιο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ